Υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας οδηγήθηκε στα δικαστήρια της Καλαμάτας το πρωί του Σαββάτου (6/6) ο 41χρονος που ομολόγησε τη δολοφονία της 39χρονης συζύγου του, ένα έγκλημα που έχει συγκλονίσει το πανελλήνιο. Προσήχθη ενώπιον της ανακρίτριας για να απολογηθεί και αντιμετωπίζει κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ενδοοικογενειακή βία, παραβάσεις του νόμου περί όπλων και κακουργηματικού χαρακτήρα παραβίαση προσωπικών δεδομένων.
Πίσω από την αστυνομική εξέλιξη αναδύονται συγκλονιστικές μαρτυρίες για τον βίαιο χαρακτήρα της σχέσης. Η θεία της 39χρονης περιέγραψε σε τηλεοπτική εκπομπή τη συστηματική κακοποίηση που υπέστη το θύμα, ακόμη και κατά την εγκυμοσύνη της, με τραγικό αποτέλεσμα την απώλεια δύο παιδιών.
«Αυτό δεν το ήξερα εγώ παιδί μου, δεν το ήξερα. Κι αν κακοποιούσε τη γυναίκα του αυτός, γιατί θα του είχα βγάλει το μάτι. Ξέρω όμως ότι τη ζήλευε πολύ αυτός. Μου το ‘χε πει κι η μαμά της που κουβεντιάζαμε καμιά φορά, μου το ‘χε πει και η αδερφή της. Εν τω μεταξύ βγαίνει ο πατέρας του, και λέει τις βλακείες του. Μέχρι το νοίκι του πληρώνανε, και πήγαινε η συννυφάδα μου το φαΐ στην κατσαρόλα να φάει αυτός, και το παιδί της το χτύπαγε. Το καθίκι. Και μετά βγαίνει ο ίδιος ο πατέρας, «δε το ‘ξερα’ λέει, ‘δε το ΄ξερα’» Τι δεν ήξερες ρε ηλίθιε; Δεν τα ΄βλεπες τόσα χρόνια που χτύπαγε το παιδί;», είπε η θεία της 39χρονης στην εκπομπή «Χαμογέλα και πάλι» στο MEGA.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η θεία προσέθεσε ότι η Βασιλική είχε αποκοπεί από το περιβάλλον της, μη απαντώντας στα τηλέφωνα και αποφεύγοντας επαφές ακόμη και με συγγενικά πρόσωπα που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν. «Είχαμε χαθεί. Όταν έφυγε από το σπίτι, όταν πέθαναν γονείς της και έφυγε από το σπίτι και η Βασιλική, χαθήκαμε μετά. Δεν έβγαινε και το κοριτσάκι καθόλου έξω για να μπορέσω να το συναντήσω κάπου. Δεν σήκωνε το τηλέφωνο. Την είχε αποκόψει από όλους. Γιατί αν ερχότανε σε μένα και τα έλεγε, εγώ θα την βοηθούσα. Ντρεπότανε να έρθει να μου πει και επειδή τον ήξερε ότι αγριεύω με το παραμικρό, δεν έλεγε τίποτα» συνέχισε.
Η επιβεβαίωση των σωματικών κακώσεων έρχεται από την ίδια πηγή: «Την είχε δει η μάνα της χτυπημένη. Τη χτύπαγε στην κοιλιά, κι η Βασιλική έχει χάσει δυο παιδιά. Την χτύπαγε στην κοιλιά και έχανε τα παιδιά. Έγκυος που ήτανε σε αγόρια, τη χτύπαγε κι έχασε τα παιδιά. Είχε μείνει έγκυος πάλι δυο φορές, και τα ‘χε χάσει. Και μου το ‘λεγε η μάνα της, έλεγα “πώς πάει η Βασούλα;”, “το ‘χασε” μου λέει “το παιδί”. Και το άλλο, δύο».
Ειδική αναφορά έγινε στα παιδιά της οικογένειας και στο ψυχολογικό τους τραύμα. «Το κοριτσάκι το μεγάλο έλεγε στο σχολείο στα παιδιά ότι “δεν μπορώ να ακούω τις φωνές τους, ότι ο μπαμπάς μου βαράει τη μαμά μου”. Τα έλεγε το παιδί, μου το ‘πανε μανάδες, που πηγαίναν τα παιδιά στο σχολείο μαζί. Έλεγε να τα πάρει η Ν. Τώρα δεν ξέρω αν θα της τα δώσουνε. Εκείνη τα λατρεύει. Τα έχει βαφτίσει και τα δύο. Τα αγαπάει, θα προσπαθήσει να τα πάρει».
Στο ίδιο πλαίσιο, η θεία περιέγραψε πως το μεγαλύτερο παιδί έχει ενημερωθεί για το θάνατο της μητέρας, χωρίς όμως να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο συνέβη: «Έμαθα ότι το παιδί το μεγάλο το ‘πε, ότι η μαμά πέθανε. Δεν ξέρει όμως πώς πέθανε. Έμαθε το παιδί ότι η μαμά του πέθανε, αλλά δεν τους έχουνε πει με ποιον τρόπο πέθανε», ανέφερε, ενώ για το εάν τα παιδιά κατάλαβαν κάτι το μοιραίο βράδυ.
Η θεία εκφράζει παράπονο και θυμό για όσους γνώριζαν ή άκουγαν και δεν επενέβησαν: «Εγώ λέω ότι τα καταλάβανε γιατί τα παιδιά ήτανε μέσα. Αφού φωνάζανε, ακούγανε δίπλα φωνές. Μία κυρία στην κηδεία έλεγε “άκουγα τις φωνές, άκουγα το ξύλο, τη βοήθεια”. Και της είπα: “Και δεν παίρνεις εσύ ένα τηλέφωνο την Αστυνομία;” και μου απάντησε “Α για να μπλέξουμε;”. “Να μπλέξεις” της λέω. Άφησες δυο παιδιά ορφανά. Εάν η Βασιλική ερχόταν σε μένα, εγώ θα τη βοήθαγα. Και δουλειά θα της έβρισκα και τα παιδιά θα βοήθαγα να πηγαίνουν σχολείο, κι όλα. Δεν ήρθε να με ζητήσει. Γι’ αυτό κλαίω. Γιατί μπορούσα να τη βοηθήσω».

