Οριστική τομή στο κληρονομικό δίκαιο φέρνει ο νέος νόμος που ψηφίστηκε από τη Βουλή και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ανοίγοντας δρόμο για πιο ευέλικτους τρόπους διάθεσης της περιουσίας και απαλείφοντας πολλά από τα χρόνια γραφειοκρατικά αδιέξοδα των εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων.
Κεντρική καινοτομία είναι η διεύρυνση της δυνατότητας σύναψης κληρονομικής σύμβασης διανομής μεταξύ των συγκληρονόμων, όχι μόνο εν ζωή αλλά και μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου — εξέλιξη που προωθήθηκε, μεταξύ άλλων, ύστερα από επιστολές της ΠΟΜΙΔΑ προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης.
Στην πράξη, η νέα ρύθμιση φιλοδοξεί να βάλει τέλος στην πολυετή ταλαιπωρία των κληρονόμων, οι οποίοι αναγκάζονταν να τρέχουν για αλλεπάλληλες φορολογικές δηλώσεις, συμβολαιογραφικές πράξεις και μεταγραφές αποδοχών, προκειμένου να αποφύγουν τον κατακερματισμό της περιουσίας σε εξ αδιαιρέτου μερίδια.
Σημειώνεται ρητά στο κείμενο του νόμου η εξής διάταξη: «Σύμβαση μεταξύ συγκληρονόμων με την οποία διανέμεται η κληρονομία, ολόκληρη ή εν μέρει, ισχύει και ως αποδοχή της κληρονομίας από τους συμβαλλομένους».
Η παραπάνω πρόβλεψη αναμένεται να διευκολύνει τόσο την άμεση και ουσιαστική διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων από κάθε δικαιούχο συγκληρονόμο, όσο και την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων όσον αφορά τον φόρο κληρονομιάς.
ΤΑ ΝΕΑ παρουσιάζουν ορισμένες από τις κεντρικές διατάξεις του νόμου που αναμορφώνουν κρίσιμα σημεία της κληρονομικής διαδικασίας, προσαρμόζοντάς την στις σύγχρονες ανάγκες.
1. Υπαρξη κληρονόμου. Κληρονόμος μπορεί να γίνει όποιος κατά τον χρόνο της επαγωγής βρίσκεται στη ζωή ή έχει τουλάχιστον συλληφθεί. Κληρονόμος μπορεί να γίνει και το τέκνο που γεννήθηκε ύστερα από μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση. Χρόνος της επαγωγής είναι ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου.
2. Αυτοπρόσωπη σύνταξη. Η διαθήκη συντάσσεται μόνο αυτοπροσώπως και μόνο κατά τις διατυπώσεις που ορίζονται στον νόμο.
3. Κατάθεση ιδιόγραφης. Η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να κατατεθεί από τον διαθέτη αυτοπροσώπως σε συμβολαιογράφο για φύλαξη, σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις για την κατάθεση εγγράφων.
4. Δημοσίευση διαθήκης. Ο συμβολαιογράφος που διαθέτει διαθήκη οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και μόλις πληροφορηθεί τον θάνατο του διαθέτη, να τη δημοσιεύσει στην ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα Μητρώο Διαθηκών, που τηρείται από τους συμβολαιογραφικούς συλλόγους. Όποιος κατέχει ιδιόγραφη διαθήκη οφείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, να την εμφανίσει για δημοσίευση σε συμβολαιογράφο. Για τη δημοσίευση συντάσσεται πρακτικό στο οποίο καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη με περιγραφή τυχόν εξωτερικών ελαττωμάτων· το κύρος της διαθήκης κρίνεται από το δικαστήριο. Ο συμβολαιογράφος φυλάσσει τα πρωτότυπα που δημοσίευσε.
5. Διάταξη για τους φτωχούς ή απόρους. Οσα καταλείπονται στους φτωχούς ή απόρους χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι έχουν καταλειφθεί στον δήμο όπου ο διαθέτης είχε την τελευταία κατοικία ή διαμονή· αν αυτή δεν ήταν στην Ελλάδα, θεωρούνται καταλειμμένα στο Δημόσιο και ξοδεύονται για τους φτωχούς ή απόρους.
6. Κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου. Ο κληρονομούμενος μπορεί με σύμβαση να εγκαταστήσει κληρονόμο, να συστήσει καταπίστευμα ή κληροδοσία και να επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο στην κληρονομική του διαδοχή. Τιμώμενος μπορεί να είναι ο αντισυμβαλλόμενος ή τρίτος. Η κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου καταρτίζεται ενώπιον συμβολαιογράφου με αυτοπρόσωπη παρουσία των συμβαλλομένων· με την ίδια σύμβαση μπορούν να διαθέτουν την περιουσία τους περισσότεροι.
7. Κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου έναντι ανταλλάγματος εν ζωή. Αν με τη σύμβαση ο κληρονομούμενος διαθέτει την περιουσία του αιτία θανάτου έναντι εν ζωή ανταλλάγματος του αντισυμβαλλομένου, η μη (ή μη προσήκουσα) εκπλήρωση του ανταλλάγματος παρέχει δικαίωμα υπαναχώρησης. Δικαίωμα υπαναχώρησης έχει και ο αντισυμβαλλόμενος, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, ιδίως αν ο κληρονομούμενος διαθέτει εν ζωή την περιουσία του αντίθετα προς τη σύμβαση ή με τη συμπεριφορά του καταστήσει αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερή την εκπλήρωση του ανταλλάγματος. Η υπαναχώρηση γίνεται με δήλωση προς τον αντισυμβαλλόμενο και υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου· οι γενικές διατάξεις για την υπαναχώρηση εφαρμόζονται αναλόγως.
8. Ο επιζών σύζυγος. Ο επιζών σύζυγος καλείται ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου με τους συγγενείς της πρώτης τάξης στο τρίτο της κληρονομίας, αν συντρέχει με ένα τέκνο, και στο τέταρτο αν συντρέχει με δύο ή περισσότερα τέκνα. Με τους συγγενείς της δεύτερης τάξης καλείται στο μισό της κληρονομίας. Επιπλέον, παίρνει ως εξαίρετο τα οικιακά αντικείμενα που χρησιμοποιούσε, ενώ λαμβάνονται υπόψη και οι ανάγκες των τέκνων για λόγους επιείκειας. Αν στην κληρονομία περιλαμβάνεται ακίνητο που ήταν κύριος τόπος διαμονής, ο σύζυγος δικαιούται αποκλειστική χρήση του χωρίς αντάλλαγμα για ένα έτος από τον θάνατο.
9. Πρόσωπο που συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση. Αν δεν καλείται σύζυγος, το εξαίρετο περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση τα τελευταία τρία έτη πριν από τον θάνατό του — ή χωρίς χρονικό περιορισμό αν είχαν αποκτήσει κοινά τέκνα. Αν υπάρχει ακίνητο που χρησίμευε ως κύριος τόπος διαμονής, το πρόσωπο αυτό δικαιούται υπό προϋποθέσεις αποκλειστική χρήση για ένα έτος. Αν δεν καλείται ούτε σύζυγος ούτε συγγενής, η κληρονομία περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο υπήρχε μόνιμη ελεύθερη ένωση, με τους ίδιους όρους.
10. Ευθύνη κληρονόμου. Ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, εκτός αν δηλώσει στον γραμματέα του δικαστηρίου ότι θα τη διαχειρίζεται και θα τη διαθέτει ελεύθερα.
Η νέα ρυθμιστική επιχειρηματολογία του νόμου στοχεύει στην απλούστευση και στην ασφάλεια δικαίου: από την αυτοπρόσωπη σύνταξη και την ηλεκτρονική δημοσίευση των διαθηκών μέχρι τις σύγχρονες μορφές κληρονομικής σύμβασης, το νέο πλαίσιο φιλοδοξεί να περιορίσει τις παραδοσιακές ασάφειες και τις δικαστικές εμπλοκές.

