Ένα νέο πρόγραμμα που φιλοδοξεί να φέρει ξανά χιλιάδες παλαιές κατοικίες στην ενεργό αγορά ανακοινώνεται για το καλοκαίρι, πιθανότατα εντός Ιουνίου: το «Ανακαινίζω». Συνδυάζει επιδοτήσεις, φορολογικά κίνητρα και παρεμβάσεις οι οποίες, σύμφωνα με την περιγραφή, μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την αξία ενός ακινήτου και να ενεργοποιήσουν ακίνητα που παραμένουν κλειστά για χρόνια.
Παρά το έντονο ενδιαφέρον της αγοράς, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν έχει ανακοινώσει ακόμη το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής ούτε έχει εκδώσει έναν ολοκληρωμένο οδηγό. Για τον λόγο αυτό, «ΤΑ ΝΕΑ» με τη συνδρομή του πολιτικού μηχανικού και μέλους του ΔΣ της ΠΟΜΙΔΑ Μάνου Κρανίδη παρουσίασαν βασικά στοιχεία μέσα από 20+1 ερωτήσεις–απαντήσεις, που φωτίζουν πώς θα λειτουργήσει το πρόγραμμα και ποιους ωφελεί.
Στόχος του «Ανακαινίζω» είναι ευθύς: η επαναφορά στην αγορά κατοικιών που σήμερα παραμένουν κλειστές, με έμφαση στις παλιές και τεχνικά υποβαθμισμένες κατοικίες. Στο επίκεντρο της παρέμβασης βρίσκεται η σύνδεση της στεγαστικής πολιτικής με την αύξηση της προσφοράς και την αναβάθμιση του γερασμένου κτιριακού αποθέματος της χώρας.
Ο συνολικός προϋπολογισμός του προγράμματος προσεγγίζει τα 500 εκατομμύρια ευρώ και η επιδότηση αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ 70% και 95% για εργασίες ανακαίνισης και ήπιας ενεργειακής αναβάθμισης. Η επιλέξιμη δαπάνη φαίνεται ότι αυξάνεται έως τα 36.000 ευρώ, ενώ το ποσοστό επιδότησης μπορεί να φτάσει έως το 95% για συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες.
Το πρόγραμμα απευθύνεται κυρίως σε ιδιοκτήτες παλαιών κατοικιών με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, χωρίς αυστηρούς ηλικιακούς περιορισμούς. Με βάση τις έως τώρα πληροφορίες δικαίωμα συμμετοχής αναμένεται να έχουν:
- Άγαμοι με εισόδημα έως 25.000 ευρώ.
- Έγγαμοι με εισόδημα έως 35.000 ευρώ.
- Μονογονεϊκές οικογένειες και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Υπάρχει προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε παιδί και προβλέπονται αυξημένα ποσοστά επιδότησης για ΑμεΑ, τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες, νέους 25–35 ετών καθώς και για κατοικίες σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές. Το πρόγραμμα αφορά κατοικίες έως 120 τ.μ. που έχουν κατασκευαστεί μέχρι το 1990, είναι δηλωμένες και κλειστές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε κλειστά διαμερίσματα, παλιές κατοικίες και ακίνητα που χρειάζονται ενεργειακή αναβάθμιση ή μπορούν να επιστρέψουν στη μακροχρόνια μίσθωση.
Οι επιλέξιμες παρεμβάσεις καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα εργασιών λειτουργικής και ενεργειακής αναβάθμισης, μεταξύ των οποίων:
- Υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις.
- Αντικατάσταση κουφωμάτων και θερμομόνωση.
- Ανακαίνιση κουζίνας και μπάνιου, αντικατάσταση δαπέδων.
- Ελαιοχρωματισμοί και επισκευές τοιχοποιίας.
- Συστήματα θέρμανσης και ψύξης και γενικές παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης.
Η ενεργειακή αναβάθμιση παραμένει βασικός άξονας του προγράμματος, αλλά δεν αποτελεί το αποκλειστικό αντικείμενο. Ο σχεδιασμός προβλέπει ότι οι ενεργειακές εργασίες θα είναι υποχρεωτικές σε ποσοστό περίπου 20% του συνολικού προϋπολογισμού, με στόχο την άνοδο κατά μία κατηγορία ενεργειακής κατάταξης. Το βάρος δίνεται κυρίως σε ουσιαστικές δομικές και λειτουργικές ανακαινίσεις.
Σε πρακτικό επίπεδο, όμως, προκύπτουν σοβαρές προκλήσεις χρηματοδότησης. Το πλαφόν επιδότησης περίπου 300 ευρώ/τ.μ. δεν επαρκεί για ολοκληρωμένες, ποιοτικές ανακαινίσεις, καθώς το πραγματικό κόστος σήμερα κυμαίνεται συχνά μεταξύ 700–1.000 ευρώ/τ.μ. λόγω ανόδου τιμών υλικών, μεταφορών, εργατικών και ενεργειακού κόστους. Για ένα διαμέρισμα 80–100 τ.μ., ο ιδιοκτήτης μπορεί να χρειαστεί δεκάδες χιλιάδες ευρώ επιπλέον από την επιδότηση, γεγονός που δημιουργεί αντίφαση: το κράτος θέλει να βοηθήσει οικονομικά ευάλωτους ιδιοκτήτες, αλλά πολλοί από αυτούς δεν διαθέτουν πρόσθετη ρευστότητα ή πρόσβαση σε δανεισμό.
Συνεπώς, απαιτούνται συμπληρωματικά μέτρα: πιο ρεαλιστικά πλαφόν δαπανών, μείωση ΦΠΑ στις ανακαινίσεις, πρόσβαση σε ευνοϊκή χρηματοδότηση—π.χ. ειδικά δάνεια από τράπεζες—καθώς και ταχύτερες διαδικασίες εγκρίσεων και εκταμιεύσεων.
Πριν οι ιδιοκτήτες προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια, πρέπει να ελέγξουν σχολαστικά:
- Τη νομιμότητα του ακινήτου και την ύπαρξη/ρύθμιση αυθαιρεσιών.
- Την τεχνική κατάσταση του διαμερίσματος και τις πραγματικές ανάγκες αναβάθμισης.
- Τον ρεαλιστικό προϋπολογισμό και την κάλυψη ιδίων κεφαλαίων εκτός επιδότησης.
Ο ρόλος του μηχανικού είναι κρίσιμος: δεν εκδίδει μόνο άδειες ή επιβλέπει εργασίες, αλλά οργανώνει τεχνικά, οικονομικά και λειτουργικά όλο το έργο—από την επιλογή παρεμβάσεων μέχρι την ενεργειακή στρατηγική και τον έλεγχο ποιότητας—προστατεύοντας τον ιδιοκτήτη από λάθη, υπερκοστολογήσεις και τεχνικές αστοχίες.
Το πρόγραμμα δεν είναι απλώς οικονομική ενίσχυση. Η βασική του φιλοσοφία είναι να επιστρέψουν κατοικίες στην αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης. Αυτό σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες που θα ενταχθούν θα δεσμεύονται να μισθώσουν νόμιμα το ακίνητο, να το κρατήσουν στην αγορά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και να μην το χρησιμοποιούν για βραχυχρόνιες μισθώσεις· επίσης δεν θα μπορούν να συμμετέχουν ταυτόχρονα σε άλλο πρόγραμμα επιδότησης.
Η επιτυχία του «Ανακαινίζω» μπορεί να φέρει πολλαπλά οφέλη: αύξηση της προσφοράς ποιοτικών κατοικιών, βελτίωση του αστικού περιβάλλοντος, τόνωση της οικοδομικής δραστηριότητας και στήριξη επαγγελματικών κλάδων από μηχανικούς και τεχνικές εταιρείες έως προμηθευτές υλικών. Ταυτόχρονα όμως απαιτείται ρεαλισμός από τους ιδιοκτήτες: η επιδότηση από μόνη της συχνά δεν αρκεί.
Αυτοί που θα κινηθούν οργανωμένα και με σωστούς συνεργάτες—μελετητές, μηχανικούς και αξιόπιστα συνεργεία—θα αξιοποιήσουν περισσότερο τις δυνατότητες του προγράμματος. Το «Ανακαινίζω» αποτελεί σημαντική ευκαιρία, ειδικά για όσους διαθέτουν παλιά ή κλειστά ακίνητα, αλλά χρειάζεται συμπληρωματικά εργαλεία χρηματοδότησης και πιο ρεαλιστικές οικονομικές παραδοχές για να αποδώσει στην πράξη.

