Η φημολογούμενη απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να «παγώσει» την παραχώρηση των F-35 προς τη Μαδρίτη ανέδειξε απότομα ένα κεντρικό πρόβλημα: πόσο γρήγορα οι σχέσεις μεταξύ συμμάχων στο ΝΑΤΟ μπορούν να γίνουν εύθραυστες όταν διασταυρώνονται γεωπολιτικές επιλογές και αμυντικές εξαρτήσεις.
Σύμφωνα με ισπανικά δημοσιεύματα, η Ουάσινγκτον έχει σταματήσει οποιαδήποτε συζήτηση για παραδόσεις F-35 προς την Ισπανία, ως απάντηση τόσο στη στάση της κυβέρνησης απέναντι στον πόλεμο με το Ιράν όσο και στην προηγούμενη άρνηση της κυβέρνησης Σάντσεθ να προχωρήσει στην αγορά του μαχητικού πέμπτης γενιάς.
Η εξέλιξη δεν είναι απλώς ένα διπλωματικό επεισόδιο· αγγίζει τον πυρήνα της ισπανικής αμυντικής στρατηγικής και, ειδικότερα, το μέλλον της αεροπορίας του ισπανικού Πολεμικού Ναυτικού. Η Μαδρίτη καλείται τώρα να διαλέξει ανάμεσα σε δύο προβληματικές επιλογές: να συνεχίσει την πολιτική μείωσης της εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή να αποδεχθεί ότι χωρίς αμερικανική τεχνολογία κινδυνεύει να χάσει κρίσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες για χρόνια.
Το ζήτημα γίνεται κρίσιμο για το αεροπλανοφόρο–ελικοπτεροφόρο Juan Carlos I, που μπορεί να επιχειρεί μόνο με αεροσκάφη κάθετης ή σύντομης απονήωσης και προσνήωσης (STOVL/VTOL). Σήμερα η Armada εξακολουθεί να διαθέτει Harrier, όμως η επιχειρησιακή ζωή τους ολοκληρώνεται και η μοναδική σύγχρονη επιλογή αυτού του τύπου στον δυτικό κόσμο είναι το αμερικανικό F-35B.
Για αρκετά χρόνια θεωρούνταν δεδομένο ότι η Ισπανία θα ακολουθούσε το παράδειγμα Ηνωμένου Βασιλείου και Ιταλίας και θα επένδυε στο F-35B για να κρατήσει ενεργή την αεροπορική ισχύ του στόλου. Ωστόσο, η κυβέρνηση Σάντσεθ πάγωσε το σχέδιο, επιδιώκοντας μια πιο «ευρωπαϊκή» προσέγγιση στην άμυνα και τη μείωση της εξάρτησης από αμερικανικά οπλικά συστήματα — μια στρατηγική που σήμερα βρίσκει τα όριά της στην πράξη.
Το μεγάλο ευρωπαϊκό πρόγραμμα FCAS, στο οποίο συμμετέχουν Ισπανία, Γαλλία και Γερμανία, παραμένει φορτωμένο αβεβαιότητες και εσωτερικές εντάσεις. Ακόμη και αν προχωρήσει, το FCAS δεν προορίζεται να καλύψει τις ανάγκες ενός αεροπλανοφόρου τύπου Juan Carlos I. Παράλληλα, επιλογές όπως το τουρκικό KAAN ή τα νέα Eurofighter Halcón δεν μπορούν να επιχειρούν από το ισπανικό πλοίο.
Μπροστά σε αυτό το κενό, η Μαδρίτη αναγκάζεται να σκεφτεί προσωρινές λύσεις: επέκταση της ζωής των Harrier, ακόμη και μέσω αγοράς παλαιών αεροσκαφών ή ανταλλακτικών από τις Ηνωμένες Πολιτείες — μια λύση ανάγκης που απλώς μεταθέτει το πρόβλημα. Μια δεύτερη, πιο φιλόδοξη επιλογή είναι η διερεύνηση της κατασκευής ενός νέου συμβατικού αεροπλανοφόρου από τη Navantia, ικανό να υποστηρίζει συμβατικά μαχητικά· πρόγραμμα που όμως απαιτεί τεράστια χρηματοδότηση, πολιτική συναίνεση και πιθανότατα πάνω από μια δεκαετία για να υλοποιηθεί.
Η υπόθεση καταδεικνύει επίσης ένα βαθύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα: παρά τη ρητορική περί «στρατηγικής αυτονομίας», πολλές χώρες συνεχίζουν να εξαρτώνται σχεδόν πλήρως από αμερικανικά συστήματα για κρίσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες. Η Ισπανία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα — ακόμη και οι φρεγάτες F-100 χρησιμοποιούν το αμερικανικό σύστημα μάχης Aegis της Lockheed Martin — γεγονός που αναδεικνύει πόσο δύσκολη είναι στην πράξη η πλήρης απεξάρτηση.
Ταυτόχρονα, η διεθνής ζήτηση για τα F-35 παραμένει εκρηκτική. Η Lockheed Martin έχει ήδη ξεπεράσει τις 1.300 παραδόσεις, και πολλές χώρες συνεχίζουν να εντάσσονται στο πρόγραμμα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σε περίπτωση μελλοντικής πολιτικής αναδίπλωσης ή αποκλιμάκωσης στις σχέσεις με την Ουάσινγκτον, η Μαδρίτη ενδέχεται να βρεθεί στο τέλος της λίστας παραδόσεων.
Για την Ισπανία το ζήτημα ξεπερνά το ατομικό μαχητικό αεροσκάφος: αφορά τον ίδιο τον ρόλο της ως ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο και τον Ατλαντικό. Χωρίς λειτουργική αεροπορία στα πλοία της, η Armada θα χάσει μέρος της αποτρεπτικής και επιθετικής της ικανότητας, καθιστώμενη πιο εξαρτημένη από συμμάχους ή χερσαίες βάσεις — μια συνθήκη που, σε περίοδο αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, συνιστά μακροπρόθεσμο στρατηγικό ρίσκο.

