Οι καταιγιστικές δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ περί «πλήρους νίκης» απέναντι στο Ιράν δεν έχουν καταφέρει να σβήσουν την αίσθηση μιας εύθραυστης ισορροπίας που παραμένει στη Μέση Ανατολή. Οι απειλές για νέες επιθέσεις και οι απαντήσεις από την Τεχεράνη διατηρούν την περιοχή σε υψηλή ένταση, ενώ οι διεθνείς αγορές ενέργειας παρακολουθούν με αυξημένη ανησυχία.
Πόλεμος στο Ιράν: Αναζητά διέξοδο ο Τραμπ
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, η εικόνα μοιάζει με δίλημμα: ο Τραμπ καλείται να διαλέξει ανάμεσα σε μια συμφωνία που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως υποχώρηση και στην κλιμάκωση μιας σύγκρουσης που ήδη δοκιμάζει την διεθνή επιρροή των ΗΠΑ. Στο πολιτικό εσωτερικό, η πίεση εντείνεται λόγω του κόστους ζωής και της ακρίβειας, με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να προσθέτουν πολιτική φόρτιση.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι η αβεβαιότητα αυτή μπορεί να οδηγήσει τον Τραμπ να επιδιώξει μια «διέξοδο» που θα διαφυλάσσει το κύρος του, εάν οι διαπραγματεύσεις οδηγηθούν σε αδιέξοδο. Άλλοι βλέπουν το αντίθετο: μια εκστρατεία που ξεκίνησε ως βραχυπρόθεσμη επιχείρηση να εξελίσσεται σε μακροπρόθεσμη αποτυχία. «Έχουν περάσει τρεις μήνες και φαίνεται πως ένας πόλεμος που ξεκίνησε ως βραχυπρόθεσμη επιχείρηση για τον Τραμπ μετατρέπεται σε μακροπρόθεσμη στρατηγική αποτυχία», δήλωσε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην διαπραγματευτής για τη Μέση Ανατολή.
Πόλεμος στο Ιράν: Πώς πληγώνει την εικόνα του Τραμπ
Ο Τραμπ εκλέχθηκε με την υπόσχεση να αποφύγει νέες στρατιωτικές περιπέτειες, όμως η σύγκρουση με το Ιράν αμφισβητεί τη διεθνή αξιοπιστία των ΗΠΑ. Παρά τα στρατιωτικά πλήγματα που κατά δήλωση των ΗΠΑ άφησαν σοβαρές ζημιές στις ιρανικές δυνάμεις, η Τεχεράνη δείχνει ικανή να προκαλεί προβλήματα στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα και στην παγκόσμια ροή ενέργειας — γεγονός που ενισχύει τη γεωπολιτική επιρροή της.
Στην Ουάσινγκτον υπάρχει η εκτίμηση ότι, αν η διπλωματία αποτύχει, ο δρόμος που απομένει είναι είτε μια «ελαττωματική συμφωνία», είτε περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση. Μία εναλλακτική που αναφέρεται συχνά είναι η επιλογή περιορισμένων επιθέσεων, προκειμένου να παρουσιαστούν ως τελική νίκη και να επιτραπεί μια ταχεία αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων.
Παρά την κριτική, ο Τραμπ έχει και υποστηρικτές: ο Αλεξάντερ Γκρέι, πρώην ανώτερος σύμβουλος, χαρακτήρισε την αντιμετώπιση του Ιράν «στρατηγική επιτυχία», σημειώνοντας ότι οι επιθέσεις έφεραν τους συμμάχους του Κόλπου πιο κοντά στις ΗΠΑ.
Η απάντηση του Ιράν
Η Τεχεράνη απάντησε στις αρχικές αμερικανικές επιδρομές με πρακτικές που περιλαμβάνουν τον περιορισμό της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και επιθέσεις κατά του Ισραήλ και κρατών του Κόλπου, οδηγώντας σε άνοδο των τιμών της ενέργειας. Παρά τον ναυτικό αποκλεισμό που διέταξε ο Τραμπ, η Ουάσινγκτον δεν κατάφερε να υποτάξει την Ιρανική ηγεσία, η οποία επιχειρεί παράλληλα να διαψεύσει τους θριαμβευτικούς ισχυρισμούς της αμερικανικής εκστρατείας, χαρακτηρίζοντάς την ως «συντριπτική ήττα».
Στο πεδίο, η καταστροφή μέρους των ιρανικών ναυτικών και πυραυλικών δυνατοτήτων έχει κόστος για την Τεχεράνη — αλλά οι Ιρανοί ηγέτες θεωρούν επιτυχία το ότι επέζησαν, συνέχισαν να ελέγχουν κρίσιμες θαλάσσιες οδούς και κατάφεραν να αυξήσουν το πολιτικό κόστος για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Οι μεταβαλλόμενοι στόχοι
Ο αρχικός σκοπός των αμερικανικών επιχειρήσεων ήταν να αποτρέψουν την απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν, να μειώσουν την απειλή στην περιοχή και να υπονομεύσουν την ιρανική επιρροή. Όμως οι βασικοί στόχοι παραμένουν ανεκπλήρωτοι: η αποπυρηνικοποίηση δεν προχώρησε, ενώ η Τεχεράνη δηλώνει το δικαίωμα στον ειρηνικό εμπλουτισμό ουρανίου.
Ειδικοί προειδοποιούν ότι οι πιέσεις και η στρατιωτική αντιπαράθεση μπορεί να οδηγήσουν το Ιράν προς την ενίσχυση των πυρηνικών φιλοδοξιών του, αναζητώντας αποτρεπτική ικανότητα αντίστοιχη με αυτή της Βόρειας Κορέας. Παράλληλα, η προσπάθεια του Τραμπ να τερματίσει την υποστήριξη του Ιράν σε περιφερειακές ένοπλες οργανώσεις δεν έχει επιτευχθεί, ενώ οι νέοι ιρανοί ηγέτες εκλαμβάνονται ως ακόμη πιο σκληροπυρηνικοί.
Αναλυτές εκτιμούν επίσης ότι η Κίνα και η Ρωσία έχουν αντλήσει συμπεράσματα από την αντιμετώπιση των αμερικανικών δυνάμεων και τις ασύμμετρες τακτικές της Τεχεράνης. Ο Τζόναθαν Πανίκοφ του Atlantic Council παρατηρεί ότι, παρά τα βαριά πλήγματα, για τους Ιρανούς ηγεμόνες το γεγονός ότι επέζησαν και διέθεταν ακόμη έλεγχο στη ναυσιπλοΐα αποτελεί έμμεση επιτυχία.
Για τον Ρόμπερτ Κάγκαν της Brookings Institution, μια αρνητική έκβαση για τις ΗΠΑ θα μπορούσε να αποτελέσει πλήγμα στο κύρος τους μεγαλύτερο από αυτό που προκάλεσαν οι περιπτώσεις του Βιετνάμ ή του Αφγανιστάν, αφού η Μέση Ανατολή συνεχίζει να είναι κεντρικό πεδίο ανταγωνισμού.
Πηγή: Reuters

