Τηλεφωνική συνομιλία που κάλυψε ευρύ φάσμα περιφερειακών και διμερών θεμάτων είχαν το βράδυ της Τετάρτης ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε μια επικοινωνία που χαρακτηρίζεται από διπλωματική συζήτηση για τις τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, όπως μεταδίδουν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Σύμφωνα με το CNN Türk, οι δύο ηγέτες αντάλλαξαν απόψεις για μια σειρά κρίσεων στην περιοχή, με κεντρικά ζητήματα το Ιράν, τον Λίβανο και τη Συρία. Στη συζήτηση τέθηκε το θέμα της σταθερότητας στην περιοχή και των κινήτρων για αποκλιμάκωση, καθώς και ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν οι διεθνείς και περιφερειακές δυνάμεις.
Κατά την επικοινωνία, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φέρεται να χαιρέτισε την παράταση της εκεχειρίας στην κρίση με το Ιράν, χαρακτηρίζοντάς την θετική εξέλιξη και εκφράζοντας την εκτίμηση ότι υπάρχουν περιθώρια για πολιτική λύση στα αμφισβητούμενα ζητήματα. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Άγκυρα θα συνεχίσει να στηρίζει πρωτοβουλίες διαλόγου και μέτρα αποκλιμάκωσης.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην κατάσταση στον Λίβανο, με τον Τούρκο πρόεδρο να τονίζει την ανάγκη αποφυγής περαιτέρω επιδείνωσης της κρίσης. Για τη Συρία, ο Ερντογάν σημείωσε ότι η σταθερότητα της χώρας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για ολόκληρη την περιοχή και επανέλαβε την τουρκική στήριξη προς τη Δαμασκό.
Στο τραπέζι των συνομιλιών μπήκε επίσης η προετοιμασία της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ που θα διεξαχθεί στην Άγκυρα. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τόνισε τις προσπάθειες της τουρκικής πλευράς ώστε η διοργάνωση να διεξαχθεί με επιτυχία και να ενισχύσει το ρόλο της Τουρκίας εντός της Συμμαχίας.
Η τηλεφωνική επικοινωνία είχε και συμβολική διάσταση: ο Τούρκος πρόεδρος μετέφερε τα συλλυπητήριά του προς τον Αμερικανό πρόεδρο για την πρόσφατη επίθεση σε τζαμί στο Σαν Ντιέγκο, καταδικάζοντας κάθε μορφή εγκλήματος μίσους ανεξαρτήτως θρησκευτικού στόχου.
Η συνομιλία Τραμπ – Ερντογάν έρχεται σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, όπου οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επαναφέρουν στο προσκήνιο τον ρόλο των μεγάλων δυνάμεων, τη στρατηγική ισορροπία εντός του ΝΑΤΟ και τη διπλωματική κινητικότητα μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας.

