Ο ύπνος εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο βασικά, αλλά και αινιγματικά κομμάτια της καθημερινότητάς μας. Από τους αρχαίους Ελληνες που του απέδωσαν θεϊκές διαστάσεις μέχρι τη σύγχρονη εποχή των «έξυπνων» ρολογιών που καταγράφουν κάθε κίνηση, η σχέση μας με τον ύπνο αλλάζει —και φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια δεν είναι τόσο αρμονική όσο κάποτε.
Τα δεδομένα των φαρμακείων στην Ελλάδα που συγκεντρώνει η IQVIA δείχνουν ότι από το 2020 και μετά υπάρχει έντονη άνοδος στις πωλήσεις μη συνταγογραφούμενων βοηθημάτων ύπνου, κυρίως σκευασμάτων με μαγνήσιο και/ή μελατονίνη. Συγκεκριμένα, το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι πωλήσεις ανήλθαν στις 305.154 συσκευασίες, από 164.493 την αντίστοιχη περίοδο του 2019. Κατά μέσο όρο φέτος πωλούνται περίπου 100.000 συσκευασίες κάθε μήνα, ενώ η αύξηση του όγκου πωλήσεων από τον Μάρτιο του 2025 έως τον ίδιο μήνα του 2026 ήταν 4%.
Παράλληλα, την περίοδο 2019–2026 καταγράφεται και σημαντική άνοδος των τιμών: η μέση τιμή ανά συσκευασία διαμορφώθηκε τον Μάρτιο του 2026 στα 9,73 ευρώ, από 7,26 ευρώ τον ίδιο μήνα του 2019 (αύξηση 34%). Η εικόνα αυτή, σε συνδυασμό με την πληθώρα διαφημίσεων στο τηλεοπτικό τοπίο, υποδηλώνει μεταβολή τόσο στη ζήτηση όσο και στην αναγνώριση της αξίας των προϊόντων μετά την πανδημία.
Σημείο καμπής η COVID-19
Η πρώτη σαφής και απότομη άνοδος στις συνολικές πωλήσεις της κατηγορίας καταγράφεται μετά τον Μάρτιο του 2020, ευθυγραμμισμένη χρονικά με την έναρξη του πρώτου lockdown. Η τάση ενισχύθηκε και κατά τον δεύτερο, πιο παρατεταμένο περιορισμό το Νοέμβριο του ίδιου έτους, γεγονός που συνηγορεί στην άμεση σύνδεση της αύξησης με τις συνθήκες της πανδημίας.
«Την περίοδο της πανδημίας, ο ύπνος μας χάλασε, αλλά υπήρχαν πάρα πολλά πράγματα που μπορούσαν να επηρεάσουν τον ύπνο εκείνη την εποχή. Αρκετοί επιστήμονες την περιγράφουν ως ένα είδος συλλογικού τραύματος, με συνθήκες μεγάλης ανησυχίας, που άλλαξαν τη ρουτίνα και τη σταθερότητα του προγράμματος και μείωσαν τον χρόνο έκθεσης στον ήλιο» λέει η ψυχίατρος-υπνίατρος Πέρσα Παπαθεοδοσίου.
Ο Αναστάσιος Μπονάκης, νευρολόγος και αναπληρωτής καθηγητής στο ΕΚΠΑ, επισημαίνει ότι «ο ύπνος μιας κοινωνίας μεταβάλλεται ανάλογα με τις εξελίξεις σε αυτήν» και σημειώνει ότι τα τελευταία 20 χρόνια γίνεται συχνότερη η αϋπνία στο σύνολο του πληθυσμού, ενώ παλαιότερα το πρόβλημα αφορούσε κυρίως γυναίκες στην εμμηνόπαυση. Επιπλέον, αναφέρει ότι η COVID-19 είχε σοβαρή επίπτωση στη στέρηση ύπνου των παιδιών.
Ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής, ο Παύλος Σακκάς, περιγράφει το σύγχρονο πρόβλημα με απτά λόγια: «Είναι αρκετά συχνό και γίνεται ολοένα και συχνότερο το φαινόμενο να μην κοιμόμαστε όσο θα θέλαμε». Όπως εξηγεί, την ώρα που ξαπλώνουμε πολλές φορές βρισκόμαστε σε υπερένταση και η σκέψη για τα προβλήματα της καθημερινότητας εμποδίζει τη χαλάρωση και την είσοδο στον ύπνο.
«Συνειδητοποιούμε ότι δεν μπορούμε να κοιμηθούμε, με αποτέλεσμα να μας πιάνει ακόμα μεγαλύτερο άγχος. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι καταφεύγουν σε διάφορα παραφαρμακευτικά προϊόντα» προσθέτει ο ψυχίατρος, επισημαίνοντας παράλληλα την «απειλή» του ξυπνητηριού και την εμμονή με το οκτάωρο ως απόλυτο κανόνα.
Κινητά και σόσιαλ μίντια
Στην ψηφιακή εποχή, ο ύπνος δέχθηκε νέα επιβαρυντικά στοιχεία. Το φαινόμενο της «ορθοσόμνιας» —όρο που προέρχεται από την ελληνική λέξη «ορθός» και τη λατινική «somnus» (ύπνος)— περιγράφει την υπερβολική ενασχόληση με τη μέτρηση της ποιότητας του ύπνου, κυρίως μέσω «έξυπνων» ρολογιών. Η συνεχής παρακολούθηση δεδομένων συχνά προκαλεί άγχος και οδηγεί σε παρατεταμένη παραμονή στο κρεβάτι.
Επιπλέον, την τελευταία δεκαπενταετία το smartphone «εισέβαλε» στον χρόνο πριν από τον ύπνο. Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, δεν είναι μόνο η φωτεινότητα της οθόνης αλλά η ψυχική και γνωσιακή διέγερση από τη χρήση των εφαρμογών που κρατάει τον χρήστη σε εγρήγορση. Ο Αναστάσιος Μπονάκης τονίζει ειδικά την επίδραση στις νεότερες ηλικίες: οι οθόνες αυξάνουν την έκθεση σε στέρηση ύπνου, καθώς πολλά παιδιά και έφηβοι προτιμούν να παραμένουν ενεργοί σε οθόνες αργά το βράδυ, ενώ πρέπει να ξυπνήσουν νωρίς για το σχολείο.
Τα «κλειδιά» κατά της αϋπνίας
Παρά το γεγονός ότι η αϋπνία και η διαταραχή της ποιότητας του ύπνου είναι διαδεδομένα φαινόμενα, πολλοί ειδικοί συμφωνούν ότι η αντιμετώπισή τους δεν περνάει απαραίτητα από τα σκευάσματα. Η μελατονίνη, για παράδειγμα, λειτουργεί ως σηματοδότηση του σκοταδιού στον οργανισμό, αλλά η πιο ουσιαστική παρέμβαση αφορά τη συμπεριφορά.
«Ο πιο ουσιαστικός τρόπος ρύθμισης του ύπνου είναι η αλλαγή της συμπεριφοράς» υπογραμμίζει η Πέρσα Παπαθεοδοσίου και συμπληρώνει: «Το καλύτερο είναι να εμπιστευόμαστε το σώμα μας ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι ο ύπνος μας θα είναι κακός κάποια βράδια».
«Η πρώτη θεραπεία για την αϋπνία είναι να στοχεύσουμε τις συμπεριφορές που τη συντηρούν: πολλές ώρες στο κρεβάτι, αποφυγή υποχρεώσεων μέσα στην ημέρα με αποτέλεσμα να τις σκεφτόμαστε πριν κοιμηθούμε, οι πολύ αυστηροί κανόνες γύρω από τον ύπνο κ.ά. Αυτά συντηρούν τον φόβο και το άγχος γύρω από τον ύπνο. Πρέπει να εμπιστευτούμε τον ύπνο, δεν του αρέσει να τον κυνηγούν – άλλωστε, λέμε “με παίρνει ο ύπνος”, αυτός είναι το υποκείμενο που ενεργεί» προσθέτει η υπνίατρος.
Η σταθερότητα στις ώρες ύπνου και αφύπνισης, η έκθεση στο φως της ημέρας, η σωματική δραστηριότητα και η ρεαλιστική προσέγγιση στις απαιτήσεις για διάρκεια ύπνου είναι βασικοί άξονες. Ταυτόχρονα, υπάρχουν καταστάσεις που απαιτούν εξειδικευμένη παρακολούθηση, όπως οι διαταραχές της αναπνοής στον ύπνο (άπνοια) ή το σύνδρομο των ανήσυχων άκρων — όπου συνιστώνται μελέτη ύπνου σε ειδική κλινική και, αν χρειάζεται, ειδική αγωγή.

