Η κυβέρνηση «ποντάρει» στην ενεργοποίηση κλειστών ακινήτων για να ανακουφίσει την κρίση στέγης, ωστόσο το πολυδιαφημισμένο πρόγραμμα «Ανακαινίζω» συναντά εμπόδια πολύ μεγαλύτερα από τους αριθμούς του προϋπολογισμού. Με ποσό που προσεγγίζει τα 500 εκατ. ευρώ, το οικονομικό επιτελείο θέλει να ανοίξει εκατοντάδες χιλιάδες διαμερίσματα, αλλά η πρακτική εφαρμογή δείχνει πως τα προβλήματα είναι βαθιά ριζωμένα.
Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών εντοπίζουν μια «δεξαμενή» περίπου 400.000 ακινήτων που εμφανίζουν μηδενική ή ελάχιστη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος τα τελευταία τρία χρόνια. Σε θεωρητικό επίπεδο, αρκεί η ενεργοποίηση μόλις του 5%-6% αυτών των διαμερισμάτων για να απορροφηθούν πλήρως τα διαθέσιμα κονδύλια. Στην πράξη, όμως, αυτό το φαινομενικά μικρό ποσοστό συναντά πολλαπλά «αγκάθια» που μειώνουν δραστικά τον αριθμό των πραγματικά κατάλληλων προς ανακαίνιση ακινήτων.
Οι 4 «συμπληγάδες» που κρατούν εγκλωβισμένους τους ιδιοκτήτες
Έρευνα της αγοράς αλλά και πρόσφατη αναφορά της Τράπεζας της Ελλάδος επισημαίνουν ότι το κράτος επιχειρεί να παρέμβει χωρίς σαφή και λεπτομερή χαρτογράφηση των αιτιών που κρατούν τα ακίνητα κλειστά. Οι κατηγορίες των ιδιοκτητών που πιθανόν να μείνουν εκτός προγράμματος είναι μεγάλες και σαφώς διακριτές.
- Πολυϊδιοκτησία
Λόγω της παλαιότητας πολλών κτιρίων, εκατοντάδες χιλιάδες διαμερίσματα ανήκουν σε τρεις, τέσσερις ή περισσότερους κληρονόμους. Η έλλειψη συνεννόησης μεταξύ τους είναι σχεδόν κανόνας. Αν ως όρος τεθεί ότι ένας εκ των ιδιοκτητών πρέπει να έχει τουλάχιστον το 51% της κυριότητας για να προχωρήσει η ανακαίνιση, τότε πολλά ακίνητα θα αποκλειστούν εκ των πραγμάτων.
- Ιδιοκτήτες με ληξιπρόθεσμες οφειλές
Οι ιδιοκτήτες που αντιμετωπίζουν συσσωρευμένα χρέη ή έχουν υποθηκευμένη περιουσία βρίσκονται υπό την απειλή του πλειστηριασμού. Για αυτούς, η προτεραιότητα δεν είναι η ανακαίνιση ή η ενοικίαση αλλά η διασφάλιση της ιδιοκτησίας τους.
- Tράπεζες και servicers
Χιλιάδες κλειστά ακίνητα έχουν ήδη περάσει στα χέρια χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ή σε servicers. Αυτά εξαιρούνται εξ ορισμού, καθώς το πρόγραμμα απευθύνεται αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα.
- Ο φόβος των «κακοπληρωτών»
Πολλοί ιδιοκτήτες προτιμούν να διατηρούν τα ακίνητά τους κλειστά, φοβούμενοι τις φθορές, τα απλήρωτα ενοίκια και το φορολογικό βάρος. Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες για «ευνοϊκότερη φορολογική κλίμακα», ταχύτερες εξώσεις και την έκδοση «πιστοποιητικού φερεγγυότητας» για τους ενοικιαστές, η εμπιστοσύνη στην αγορά δεν ανακτάται εν μία νυκτί και χρειάζεται χρόνος για να μεταφραστεί σε μαζική απόδοση ακινήτων στην αγορά ενοικίασης.
Οικοδομικά υλικά στα ύψη
Ακόμη και όσοι θέλουν να ενταχθούν στο πρόγραμμα αντιμετωπίζουν σημαντικό οικονομικό ρίσκο. Το ανώτατο όριο της κρατικής επιδότησης ορίζεται στα 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ποσό που, με τις σημερινές τιμές των οικοδομικών υλικών, πολλές φορές δεν επαρκεί για ριζική ανακαίνιση. Αυτό σημαίνει αναγκαστικά πρόσθετη ιδιωτική συμμετοχή από τους ιδιοκτήτες για να καλυφθεί η διαφορά.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η βασική επιδότηση θα καλύπτει το 70%-80% του προϋπολογισμού, με βάση εισοδηματικά κριτήρια. Επιπλέον, το υπουργείο προσφέρει σειρά «μπόνους» για να δελεάσει συγκεκριμένες ομάδες:
+5% για ακίνητα σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές (όπου όμως το μεταφορικό κόστος των υλικών είναι σημαντικά υψηλότερο).
+5% για νέους ιδιοκτήτες έως 35 ετών.
+5% για τρίτεκνους, πολύτεκνους και άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ).
Συνολικά, το στοίχημα της αποδοτικής λειτουργίας του προγράμματος βρίσκεται στην ικανότητα του κράτους να αντιμετωπίσει νομικά, χρηματοοικονομικά και αγοραία εμπόδια — και όχι απλώς στην κατανομή των διαθέσιμων κονδυλίων.

