Από τη Θεσσαλονίκη ως τα Χανιά και από την Κρήτη έως τη Λευκάδα, δεκάδες ψυχολόγοι κάθονται καθημερινά πίσω από τις τηλεφωνικές γραμμές των Κέντρων Διεπιστημονικής Αξιολόγησης και Συμβουλευτικής Υποστήριξης (ΚΕΔΑΣΥ), παρέχοντας ψυχολογική στήριξη σε μαθητές και γονείς τις ημέρες που προηγούνται των Πανελληνίων.
Σήμερα χτύπησε το τελευταίο κουδούνι για τους μαθητές των Λυκείων και ξεκινά η τελική ευθεία: επανάληψη, διάβασμα, οργάνωση της καθημερινότητας και, κυρίως, διαχείριση άγχους. Οι γραμμές των ΚΕΔΑΣΥ δέχονται συνεχείς κλήσεις από εφήβους που φοβούνται ότι «δεν θα τα καταφέρουν» αλλά και από γονείς που ψάχνουν τρόπο να σταθούν δίπλα στα παιδιά τους χωρίς να τα επιβαρύνουν περισσότερο.
«Πιστεύουμε ότι την επόμενη εβδομάδα θα γίνει “έκρηξη” στις γραμμές μας, οι οποίες είναι ανοιχτές από τις 08:00 το πρωί μέχρι τις 14:00 το μεσημέρι για οποιονδήποτε χρειάζεται την βοήθεια και την στήριξή μας» αναφέρει στα «ΝΕΑ» ο κ. Πέτρος Σταγιόπουλος, προϊστάμενος στο 1ο ΚΕΔΑΣΥ Α’ Θεσσαλονίκης.
Όταν ένας μαθητής παίρνει τηλέφωνο σε ένα Κέντρο Διάγνωσης Αξιολόγησης Συμβουλευτικής και Υποστήριξης, σημαίνει πως δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνος του την κατάσταση, εξηγεί η κα Φίλια Πετροπούλου, ψυχολόγος στο ΚΕΔΑΣΥ Χανίων. «Συνήθως τα παιδιά λένε πως “δεν θα πετύχω”, “δεν θα τα καταφέρω”, “έχω πάρα πολύ άγχος”, και υπάρχουν γονείς που μας καλούν γιατί δεν ξέρουν πώς να τα βοηθήσουν. Κάποιοι, ζητούν τις συμβουλές μας για τον τρόπο που μπορούν να τα προετοιμάσουν καλύτερα, αλλά κυρίως πώς να χειριστούν αυτή την περίοδο, γιατί υπάρχουν μαθητές που εμφανίζουν και πιο έντονα συμπτώματα, έως και σωματικά».
Η κα Πετροπούλου τονίζει ότι οι σκέψεις των υποψηφίων είναι συχνά αρνητικές. «Εμείς θα παραμείνουμε στην γραμμή για όσο χρειάζεται, είτε πρόκειται για κάποιο παιδί ή για κάποιον γονέα. Αυτό που επιχειρούμε να κάνουμε αρχικά είναι να ηρεμήσουμε την κατάσταση, και να εστιάσουμε σε θετικές και αισιόδοξες σκέψεις. Κυρίως συμβουλεύουμε τους γονείς πως χρειάζεται καλή προετοιμασία και οργάνωση, σωστή άσκηση, και κυρίως, να επικρατεί ένα χαλαρό περιβάλλον στο σπίτι».
Για το άγχος ως βασικό ζήτημα μιλάει και ο κ. Σταγιόπουλος: «Στο επίκεντρο των συζητήσεων στις κλήσεις είναι συνήθως το άγχος, και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα τόσο των παιδιών, όσο και των γονέων. Κάθε μέρα που περνά, επιτείνεται περισσότερο, αλλά εμείς είμαστε έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε» και προσθέτει πως «οι γονείς πρέπει να αντιληφθούν πως είμαστε δίπλα τους, και πως όλα θα πάνε καλά. Δεν είναι το τέλος του κόσμου, αλλά πρόκειται για μία μάχη που κάποιος κερδίζει, και κάποιος χάνει».
Σε περιπτώσεις όπου ένας μαθητής καλεί πανικόβλητος και έχει χάσει τον έλεγχο, ο ψυχολόγος πρώτα αξιολογεί τη σοβαρότητα του περιστατικού, εξηγεί ο κ. Σταγιόπουλος. «Σε τέτοιες μεμονωμένες περιπτώσεις, παραπέμπουμε τον μαθητή ή τον γονέα σε αντίστοιχες ιατρικές υπηρεσίες και κέντρα ψυχικής υγείας. Από την πλευρά μας, παρέχουμε άμεση ενημέρωση ώστε να γνωρίζουν πού μπορούν να απευθυνθούν. Το άγχος δεν είναι κάτι απλό, μπορεί να δημιουργήσει, μεταξύ άλλων, ψυχοσωματικά και σφήξιμο στο στομάχι. Στόχος είναι να χαλαρώσουμε αυτόν που μας καλεί, ώστε να καταλάβουμε ακριβώς τι θέλει να μας πει».
Η κα Γεωργία Βλάχου, προϊστάμενη στο ΚΕΔΑΣΥ Λευκάδας, επισημαίνει ότι οι απλές ενθαρρύνσεις δεν αρκούν: «Φυσικά δεν θα βοηθήσουμε έναν μαθητή εάν απλώς του πούμε “μην αγχώνεσαι”. Δεν είναι τόσο εύκολο». Συμπληρώνει δε: «Όσο δεν αλλάζουμε ορισμένα πράγματα και παραμένει αυτή η πίεση, η περίοδος των Πανελληνίων γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Για παράδειγμα, εάν ένας γονιός διαθέτει αρκετά χρήματα για να περάσει το παιδί του στις Πανελλαδικές, ακόμη και εάν το κάνει με καλή πρόθεση, υπάρχει το ενδεχόμενο αυτό να λειτουργήσει τελικά αρνητικά. Ένας μαθητής θα πιεστεί με την λογική ότι “πρέπει να ανταποκριθώ και να πετύχω, γιατί οι γονείς μου κάνουν θυσίες”. Υπάρχουν γονείς που δεν καταλαβάινουν ότι διαχειρίζονται λάθος την κατάσταση και για αυτό μας καλούν».
Σε ερώτηση για την εξέλιξη της συμπεριφοράς των μαθητών όλα αυτά τα χρόνια, η κα Βλάχου παρατηρεί μεγαλύτερη ανασφάλεια: «θεωρώ πως είναι μεγαλύτερη η ανασφάλεια των παιδιών. Σκέφτονται τι θα κάνουν μετά, πώς θα αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που θα έρθουν, και αγχώνονται εάν θα βρουν δουλειά. Ακόμη και η χαρά των μαθητών που εν τέλει τα καταφέρνουν στις Πανελλαδικές, δεν είναι ίδια. Είναι εμφανές πως τους απασχολούν πολλά πράγματα, και πιστεύω πως είναι μεγαλύτερη και η ανασφάλεια των γονέων. Σίγουρα όμως, πρέπει και οι δύο πλευρές να αντιληφθούν, πως η ζωή δεν σταματά εκεί».

