Ένα νομοσχέδιο που αναμένεται να αλλάξει ριζικά τα δεδομένα στο κληρονομικό δίκαιο, μετά από σχεδόν 80 χρόνια, έχει ήδη συγκεντρώσει το ενδιαφέρον των πολιτών και παίρνει τον δρόμο για τη Βουλή. Ειδικοί — συμβολαιογράφοι και νομικοί — μίλησαν στα «ΤΑ ΝΕΑ» και περιγράφουν με σαφήνεια τι πρέπει να προσέχει όποιος επιλέγει να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη, αλλά και ποιες είναι οι πρώτες ενέργειες των κληρονόμων για να κινηθεί η διαδικασία εκτέλεσης της τελευταίας βούλησης.
Η ιδιόγραφη διαθήκη παραμένει οικονομική λύση, καθώς δεν έχει κόστος σύνταξης, όμως η έλλειψη προσοχής σε λεπτομέρειες μπορεί να τινάξει την κληρονομιά στον αέρα. Κατ’ αρχάς, ο διαθέτης οφείλει να είναι προσεκτικός στη χρονολογία και στην υπογραφή. Αν δεν αναγράφεται σαφής χρόνος σύνταξης, η νομολογία δέχεται ότι το ελάττωμα μπορεί να θεραπευτεί όταν από το ίδιο το κείμενο προκύπτει με σαφήνεια πότε γράφτηκε· για παράδειγμα, αν αναφέρεται ότι γράφτηκε «την Πρωτομαγιά του 2026» και όχι με αριθμητική ημερομηνία. Σύμφωνα με τη νομολογία, ψευδής, εσφαλμένη ή ελλιπής χρονολογία δεν οδηγεί αυτομάτως σε ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης.
Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις όπου η κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης ως κύριας επιβάλλει την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Αυτό συμβαίνει: 1) όταν τιμάται πρόσωπο που δεν ανήκει στον στενό κύκλο της πρώτης τάξεως της εξ αδιαθέτου διαδοχής και δεν είναι ο σύζυγος — δηλαδή εξωτικός προς τον πυρήνα της οικογένειας — και 2) όταν η διαθήκη προσκομίζεται προς δημοσίευση μετά την πάροδο διετίας από τον θάνατο του κληρονομουμένου. Στις περιπτώσεις αυτές, για να αποδειχθεί η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής και να κηρυχθεί κύρια η διαθήκη, διατάσσεται γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και, τουλάχιστον 60 ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του δικαστηρίου, καλείται το Ελληνικό Δημόσιο.
Οι δικαστικές και συμβολαιογραφικές πρακτικές έχουν ακόμα συγκεκριμένες απαιτήσεις για τα έγγραφα: δημοσιεύονται μόνο τα πρωτότυπα των διαθηκών και όχι φωτοτυπίες, ακόμη κι αν αυτές είναι επικυρωμένες από ΚΕΠ. Ο συμβολαιογράφος που παραλαμβάνει φωτοτυπία υποχρεούται να αιτιολογήσει γιατί δεν προβαίνει σε δημοσίευσή της.
Στην ψηφιακή εποχή, η δημοσίευση διαθήκης στην πλατφόρμα ξεκινάει με την προσκόμιση της ληξιαρχικής πράξης θανάτου στον συμβολαιογράφο. Αμέσως μετά, ο συμβολαιογράφος δημοσιεύει τη διαθήκη στην πλατφόρμα, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η παρουσία του αιτούντος στο συμβολαιογραφείο δεν είναι απαραίτητη· ο συμβολαιογράφος εκδίδει αντίγραφο της διαθήκης, το ενσωματώνει στο πρακτικό δημοσίευσης και αυτό, ψηφιακά υπογεγραμμένο, αναρτάται στο Μητρώο των Διαθηκών.
Η εμπειρία δείχνει ότι τα πιο συνήθη λάθη στις αιτήσεις αφορούν το μικρό όνομα του θανόντος και την ημερομηνία θανάτου. Οι αναγκαίες διασταυρώσεις και διορθώσεις προκαλούν καθυστερήσεις μέχρι να εκδοθεί σωστά το πιστοποιητικό, γι’ αυτό οι συμβολαιογράφοι συστήνουν μεγάλη προσοχή κατά τη σύνταξη των αιτήσεων.
Σε περίπτωση ανάκλησης της διαθήκης, η πλατφόρμα δεν επιτρέπει την ολοκλήρωση της δημοσίευσης: ενεργοποιείται ειδοποίηση προς τον συμβολαιογράφο ότι η διαθήκη έχει ανακληθεί και δεν μπορεί να συνεχιστεί η δημοσίευση.
Μία ακόμη καινοτομία αφορά τη διασύνδεση του Μητρώου Διαθηκών με τα προξενεία, ώστε να διευκολυνθούν οι Έλληνες του εξωτερικού και να μπορούν να διεκπεραιώνουν από τον τόπο κατοικίας τους τις αναγκαίες ενέργειες για την τακτοποίηση των κληρονομικών τους θεμάτων.
Όσον αφορά τις διαθήκες σε ξένη γλώσσα, το ζήτημα αναδεικνύεται όλο και πιο συχνά: για να έχουν ισχύ στην Ελλάδα πρέπει να συνοδεύονται από επίσημη μετάφραση. Η μετάφραση πρέπει να γίνεται με επίσημο τρόπο — από πιστοποιημένο δικηγόρο ή από την μεταφραστική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών — και να είναι επικυρωμένη στην ελληνική γλώσσα. Απαγορεύεται ο ίδιος ο συμβολαιογράφος να αναλάβει αυτή τη μεταφραστική διαδικασία, ακόμη κι αν γνωρίζει άριστα τη γλώσσα.
Συνοπτικά, οι ειδικοί καλούν τους πολίτες να επιδείξουν σχολαστική προσοχή στη σύνταξη και στις αιτήσεις δημοσίευσης διαθηκών, να διαφυλάξουν τα πρωτότυπα έγγραφα και να κινηθούν έγκαιρα και σωστά στην ψηφιακή πλατφόρμα, ώστε να αποφευχθούν καθυστερήσεις ή νόμιμα εμπόδια στην εκπλήρωση της τελευταίας βούλησης.

