Μια χρονιά στην Καγκελαρία έχει ήδη περάσει για τον Φρίντριχ Μερτς, αλλά η εικόνα της εξουσίας μοιάζει εύθραυστη. Από το ξεκίνημα μετ΄ εμποδίων τον Μάιο του 2025 έως τις συνεχείς εσωτερικές τριβές, η θητεία του έχει περισσότερες ρωγμές από όσες ανέμεναν οι υποστηρικτές του.
Η εκλογή του Μερτς δεν ήταν ομαλή: χρειάστηκε δεύτερη ψηφοφορία στη Μπούντεσταγκ, παρότι CDU/CSU και SPD είχαν την απαιτούμενη πλειοψηφία. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ανάδειξή του απαιτεί επιμονή· για την προεδρία του CDU αναγκάστηκε σε τρεις προσπάθειες μέχρι να επικρατήσει το 2022.
Ο «μεγάλος» συνασπισμός της Δεξιάς και της Κεντροαριστεράς λειτούργησε περισσότερο ως συνοικέσιο ανάγκης παρά ως σχέση από επιλογή: η κύρια επιδίωξη ήταν να αποκλειστεί η ακροδεξιά και εν μέρει εξτρεμιστική Εναλλακτική für Deutschland (AfD). Όμως οι πολιτικές διαφορές επανέρχονται στο προσκήνιο κάθε φορά που τίθενται μεταρρυθμιστικές προτεραιότητες, με αποτέλεσμα να δοκιμάζεται η συνοχή της κυβέρνησης.
Στους πρώτους επτά μήνες ο Μερτς είδε κεντρικές επιλογές του να παραμένουν χωρίς στήριξη από το ίδιο του το κόμμα τρεις φορές. Οι ενδοκυβερνητικές αντιπαραθέσεις έγιναν τόσο έντονες που γεννήθηκαν σενάρια για διάλυση του συνασπισμού, πρόωρες εκλογές ή ακόμη και κυβέρνηση μειοψηφίας — λύσεις όμως που για τη Γερμανία της πολιτικής σταθερότητας θεωρούνται ακραίες και προβληματικές.
Ο ίδιος επιχειρεί να καθησυχάσει: «Δεν αναζητώ άλλες πλειοψηφίες στη γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή. Θέλω να επιτύχω με αυτή την κυβέρνηση», είπε την Τετάρτη στο ZDF. Παράλληλα παραδέχεται πως η κυβέρνηση «δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες που είχε θέσει η ίδια για τον εαυτό της», προσθέτοντας μεταφορικά: «Δεν είμαστε ταχύπλοο σκάφος που μπορείς απλώς να γυρίσεις και να κάνεις στροφή. Είμαστε ένα μεγάλο, βαρύ πλοίο, που για να μπει σε νέα πορεία χρειάζεται δύναμη και σαφή κατεύθυνση».
Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με ανάλογες κριτικές, είναι η διαχείριση των προσδοκιών. Η αντιπολιτευτική ρητορική του Μερτς καλλιέργησε υψηλές προσδοκίες για γρήγορες, ριζικές λύσεις — προσδοκίες που τώρα συγκρούονται με την πραγματικότητα της διακυβέρνησης. Όπως έγραψε η συντηρητική «Ντι Βελτ»: «Ο Μερτς έδωσε υποσχέσεις πριν από τις εκλογές, τις οποίες δεν έχει τηρήσει μέχρι στιγμής – και αθέτησε αρκετές βασικές υποσχέσεις μετά τις εκλογές».
Η δημοφιλία του καγκελαρίου βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα για την ηλικία της θητείας του, με αφορμές και οξύτατες δηλώσεις του: χαρακτήρισε πολίτες «τεμπέληδες» λόγω γονικής άδειας, προειδοποίησε ότι η σύνταξη «στην καλύτερη περίπτωση θα είναι στο ύψος της βασικής ασφάλειας για τα γηρατειά», μίλησε για «μικρούς πασάδες» παιδιά μεταναστών, περιέγραψε το CDU ως «εναλλακτική λύση για τη Γερμανία με ουσία» και κατηγόρησε πρόσφυγες και μετανάστες για προτεραιότητες σε υπηρεσίες όπως τα ραντεβού σε οδοντιάτρους, στιγματίζοντας τα «αστικά τοπία».
Η εφημερίδα του Μονάχου «Ζιντόιτσε Τσάιτουνγκ» σχολίασε ότι ο Μερτς «εννοεί αυτά που λέει, ήταν δεινός ρήτορας στην αντιπολίτευση, αλλά ως καγκελάριος ακόμα δεν έχει βρει τις κατάλληλες λέξεις για να κυβερνήσει». Πιθανώς αυτό σχετίζεται με την πορεία του: μετά την ευρωβουλευτική θητεία 1989–94 πέρασε πολλά χρόνια στην αντιπολίτευση και στην ιδιωτική οικονομία, ενώ δεν είχε ενεργό ρόλο την περίοδο διακυβέρνησης της Άνγκελα Μέρκελ.
Στο εξωτερικό πεδίο η γραμμή του Μερτς απέναντι στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κινήθηκε αρχικά σε τόνους κατευνασμού, ωστόσο τα όρια δοκιμάστηκαν όταν σχολίασε ότι «δεν βλέπει καμία στρατηγική των Αμερικανών» στον πόλεμο με το Ιράν και ότι οι Ιρανοί «ταπεινώνουν ένα ολόκληρο έθνος». Η απάντηση του Τραμπ ήταν αιχμηρή: «Αντί να ανακατεύεται σε άλλες υποθέσεις, ο καγκελάριος ας φροντίσει να βάλει σε τάξη την κατεστραμμένη χώρα του, κυρίως στους τομείς μετανάστευσης και ενέργειας» — με τον κίνδυνο ακόμη και την αποχώρηση 5.000 αμερικανών στρατιωτών να περιγράφεται ως ενδεχόμενο μικρότερο κακό σε μια τέτοια κόντρα.
Σε διπλωματικό επίπεδο, ο Μερτς είχε κοντινές επαφές με ευρωπαίους και διεθνείς ηγέτες: ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν από τους πρώτους που τον επισκέφθηκαν στην Καγκελαρία, ενώ ο Μερτς έχει ήδη πραγματοποιήσει επίσκεψη στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα τον Οκτώβριο. Μία επίσκεψή του στην Αθήνα παραμένει, προς το παρόν, σε εκκρεμότητα.

