Η φορολογία μαζί με τις κρατήσεις και την ασφυκτική ακρίβεια σφίγγουν ακόμα περισσότερο τον κλοιό γύρω από τους συνταξιούχους, καθώς οι συνολικές παρακρατήσεις στις συντάξεις μπορούν να φτάσουν έως και το 22%. Το πλήγμα γίνεται αισθητό και στα αναδρομικά, αφού φόροι και κρατήσεις μειώνουν τα ποσά που τελικά καταβάλλονται.
Συνολικά, στις συντάξεις επιβάλλονται τέσσερις βασικές κρατήσεις: η κράτηση υπέρ υγειονομικής περίθαλψης, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών, η εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων (ΕΑΣ) και η προσωπική διαφορά για παλαιούς συνταξιούχους πριν από το 2016, η οποία προβλέπεται να καταργηθεί το 2027.
Η κράτηση υπέρ υγείας παραμένει στο 6% και εφαρμόζεται στις κύριες συντάξεις. Από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπεται αντίστοιχη παρακράτηση 6% και στις επικουρικές για όσους καλύπτονται για παροχές ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και συνταξιούχοι που δεν υπόκεινται στην ΕΑΣ βλέπουν σταθερή μηνιαία μείωση μόνο από την κράτηση για περίθαλψη.
Η εισφορά αλληλεγγύης (ΕΑΣ) παραμένει επιβαρυντική: για το 2026 εφαρμογή έχει σε κύριες μεικτές συντάξεις άνω των 1.468 ευρώ με ποσοστά από 3% έως 14%, ενώ στις επικουρικές άνω των 300 ευρώ τα ποσοστά κινούνται από 3% έως 10%. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του προϋπολογισμού, μόνο το 2026 οι κρατήσεις από την ΕΑΣ εκτιμάται ότι θα αφαιρέσουν συνολικά 888 εκατ. ευρώ από περίπου 400.000 συνταξιούχους ή τους κληρονόμους τους.
Στην πράξη, οι απώλειες είναι ορατές σε κάθε επίπεδο σύνταξης. Σε κύρια σύνταξη 1.000 ευρώ η κράτηση υπέρ υγείας φτάνει τα 60 ευρώ τον μήνα (720 ευρώ τον χρόνο). Σε σύνταξη 1.500 ευρώ η παρακράτηση για υγεία είναι 90 ευρώ και η ΕΑΣ 45 ευρώ — δηλαδή συνολική μηνιαία απώλεια 135 ευρώ ή 1.620 ευρώ ετησίως. Σε κύρια σύνταξη 1.800 ευρώ μόνο από τις δύο αυτές κρατήσεις μπορεί να χάνονται 216 ευρώ τον μήνα. Σε σύνταξη 2.500 ευρώ η μηνιαία απώλεια ανεβαίνει στα 375 ευρώ, εκ των οποίων 150 ευρώ αφορούν την υγεία και 225 ευρώ την ΕΑΣ. Οι υπολογισμοί αυτοί προκύπτουν από τους ισχύοντες συντελεστές παρακρατήσεων.
Οι επικουρικές
Η επιβάρυνση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν υπάρχει και επικουρική σύνταξη. Για παράδειγμα, σε επικουρική 350 ευρώ, η κράτηση υπέρ υγείας αντιστοιχεί σε 21 ευρώ τον μήνα, ενώ η ΕΑΣ επικουρικής ξεκινά από 3%, δηλαδή περίπου 10,5 ευρώ. Ετσι, ένας συνταξιούχος με κύρια και επικουρική σύνταξη μπορεί να χάνει κάθε μήνα επιπλέον πάνω από 30 ευρώ μόνο από την επικουρική.
Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2027 προβλέπεται η χορήγηση πλήρους αύξησης για 670.000 συνταξιούχους που έχουν υπόλοιπο από την προσωπική διαφορά. Το 2026 οι συνταξιούχοι πήραν τη μισή αύξηση και η άλλη μισή συμψηφίστηκε, με αποτέλεσμα να μειωθεί περαιτέρω η προσωπική διαφορά. Στην πράξη, το 2026 καταργήθηκε ο μηχανισμός της προσωπικής διαφοράς κατά το ήμισυ και από το 2027 καταργείται οριστικά: οι συνταξιούχοι θα παίρνουν ολόκληρη την αύξηση στη σύνταξη. Το υπόλοιπο ποσό της προσωπικής διαφοράς θα συνεχίσει να καταβάλλεται ως ξεχωριστό ποσό από τη σύνταξη, αλλά δεν θα αναπληρώνεται με μελλοντικές αυξήσεις και θα παραμείνει σταθερό.
Τα αναδρομικά
Παράλληλα, κρατήσεις και φόροι «ψαλιδίζουν» ακόμη και τα αναδρομικά που καταβάλλονται στους δικαιούχους. Το ψαλίδι αυτό προκύπτει από έξι βασικές παρακρατήσεις και φορολογικές επιβαρύνσεις που αφαιρούνται πριν φτάσουν τα χρήματα στον δικαιούχο:
1. Κράτηση 6% για ασθένεια στο κύριο ποσό των αναδρομικών (χωρίς τους τόκους).
2. Αυτοτελής φορολόγηση 20% στην πηγή, αφού πρώτα αφαιρεθεί η εισφορά ασθένειας.
3. Φόρος 15% στους τόκους.
4. Χαρτόσημο 3% πάνω στους τόκους.
5. Χαρτόσημο υπέρ ΟΓΑ 0,6%, επίσης στους τόκους.
6. Νέα φορολόγηση με τροποποιητική δήλωση, για το έτος που «ανήκουν» τα αναδρομικά, με τους σημερινούς συντελεστές.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι συνταξιούχοι βλέπουν σημαντικό τμήμα των δικαιωμάτων τους να εξανεμίζεται πριν ακόμα λάβουν το καθαρό ποσό — ένα φαινόμενο που εντείνει την ήδη επισφαλή οικονομική τους θέση.

