Ο Κορινθιακός Κόλπος παραμένει ένα από τα πλέον ενεργά τεκτονικά «εργαστήρια» της Ελλάδας και του πλανήτη, παρακολουθούμενο στενά από γεωλόγους και σεισμολόγους στο εξωτερικό. Η περιοχή θεωρείται μία από τις πιο σεισμογενείς παγκοσμίως, καθώς το ρήγμα που διατρέχει τον κόλπο ευθύνεται για τη σταδιακή απομάκρυνση της Πελοποννήσου από τη Στερεά Ελλάδα.
Η σεισμογόνος ζώνη έχει μήκος περίπου 130 χλμ., πλάτος 30 χλμ. και φθάνει σε βάθος περίπου 850 μέτρων. Με βάση στατιστικές μελέτες, η έντονη τεκτονική δραστηριότητα οδηγεί στην εκδήλωση ενός τσουνάμι ύψους περίπου 3 μέτρων σε μεσοδιάστημα που εκτιμάται στα 40 χρόνια.
Χαρακτηριστικό της περιοχής είναι ότι, ελλείψει ενεργών ηφαιστείων, η γένεση παλιρροϊκών κυμάτων συνδέεται κυρίως με υποθαλάσσιες κατολισθήσεις. Οι απόκρημνες πλαγιές του βυθού —τα υποθαλάσσια πρανή— φιλοξενούν τεράστιους όγκους ιζημάτων που μπορούν να καταρρεύσουν ακόμη και από σχετικά ασθενείς δονήσεις της τάξης των 4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ.
Η απότομη μετακίνηση αυτών των υλικών εκτοπίζει μεγάλες μάζες νερού και δημιουργεί κύματα που, εξαιτίας του στενού πλάτους του κόλπου, φτάνουν στην ακτή μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Η νότια πλευρά του κόλπου εμφανίζει τον υψηλότερο βαθμό επικινδυνότητας.
Έρευνες δείχνουν ότι ένα τσουνάμι που θα προκληθεί από κατολίσθηση στην παράκτια ζώνη της Κορίνθου μπορεί να ανέλθει ακόμα και στα 4 μέτρα. Η περιοχή είναι υπερδομημένη: οι οικιστικές ζώνες βρίσκονται σε χαμηλό υψόμετρο με μικρή κλίση προς τη θάλασσα, γεγονός που διευκολύνει την είσοδο του νερού στην ξηρά και πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο για υποδομές και ανθρώπινες ζωές.
Στον χάρτη των πιο ευάλωτων περιοχών περιλαμβάνονται το Κιάτο, το Ξυλόκαστρο, το Αίγιο, ο Λόγγος, ο Ψαθόπυργος και η Πάτρα. Αντίθετα, οι βόρειες ακτές της Στερεάς Ελλάδας έχουν εν μέρει προστασία λόγω του απόκρημνου ανάγλυφου, που αντιστέκεται περισσότερο στην είσοδο των κυμάτων.
Ιστορικά δεδομένα επιβεβαιώνουν τις ανησυχίες: το 1963 ένα τσουνάμι ύψους 6 μέτρων έπληξε τις ακτές του Αιγίου, και το 1965 στην Ερατεινή καταγράφηκε κύμα άνω των 3 μέτρων. Σε ευρύτερο μεσογειακό πλαίσιο έχουν συμβεί και πολύ μεγαλύτερα γεγονότα —όπως το τσουνάμι της Σαντορίνης το 1600 π.Χ. και εκείνο της Κρήτης το 365 μ.Χ., που ξεπέρασε τα 10 μέτρα—, αλλά η σημερινή διαφορά είναι η πυκνή δόμηση και η μεγάλη ανθρώπινη παρουσία, που κάνουν ακόμα και ένα τριών μέτρων κύμα επικίνδυνο.
Καταγεγραμμένα ιστορικά τσουνάμι στον Κορινθιακό περιλαμβάνουν περιστατικά του 1402 (με αναφορές ότι το κύμα εισχώρησε περίπου 1,2 χλμ. στην ενδοχώρα), του 1794 στο Γαλαξίδι, του 1817 στο Αίγιο, καθώς και γεγονότα του 1861, 1887 και 1888 σε διάφορες περιοχές του κόλπου.
Η σύγχρονη προοπτική είναι ότι ακόμη και μέτριες σεισμικές δονήσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως «θρυαλλίδα» για υποθαλάσσιες κατολισθήσεις και γρήγορη εκτόπιση νερού. Οι επιστήμονες τονίζουν την ανάγκη συνεχιζόμενης παρακολούθησης, χαρτογράφησης των υποθαλάσσιων πρανών και σχεδιασμού αντιπλημμυρικών/απομάκρυνσης πολιτών, ειδικά για τις νότιες παραθαλάσσιες ζώνες του κόλπου.

