Με καθαρό και επιτακτικό ύφος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα του ορισμού του βιασμού σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταθέσει άμεσα νέα, σαφή νομοθετική πρόταση που θα βασίζεται στην έννοια της συναίνεσης.
Η υιοθέτηση της έκθεσης έγινε με ευρεία πλειοψηφία: οι ευρωβουλευτές ζητούν ενιαία νομική προσέγγιση σε όλα τα κράτη-μέλη, ώστε να εξαλειφθούν οι σημαντικές διαφορές που σήμερα επηρεάζουν την προστασία των θυμάτων.
Σύμφωνα με την πρόταση, ο βιασμός πρέπει να ορίζεται με βάση «τη σαφή, ελεύθερη και ρητή συναίνεση», η οποία μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή. Ειδικά τονίζεται ότι η σιωπή, η έλλειψη αντίστασης ή προηγούμενες σχέσεις δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν συναίνεση.
Οι ευρωβουλευτές καταγγέλλουν ότι σε ορισμένα κράτη-μέλη εξακολουθούν να υποβάλλονται προς τα θύματα ερωτήματα που σήμερα θεωρούνται απαράδεκτα, όπως το αν αντιστάθηκαν ή πώς συμπεριφέρθηκαν, πρακτικές που επιβαρύνουν περαιτέρω τα θύματα και αποθαρρύνουν τις καταγγελίες.
Η πρωτοβουλία στοχεύει να καλύψει το κενό που προέκυψε το 2024, όταν δεν επετεύχθη συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών για την ενσωμάτωση του ορισμού στη συλλογική ευρωπαϊκή νομοθεσία κατά της έμφυλης βίας. Τότε, νομικές αντιρρήσεις διατυπώθηκαν από χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, ωστόσο οι ευρωβουλευτές υπογραμμίζουν ότι πρόκειται πρωτίστως για ζήτημα πολιτικής βούλησης.
Ταυτόχρονα, η συζήτηση αποκτά νέα δυναμική αφού ορισμένα κράτη-μέλη έχουν ήδη προχωρήσει σε αλλαγές στις εθνικές τους νομοθεσίες, υιοθετώντας τον ορισμό του βιασμού με κριτήριο τη συναίνεση. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις χρησιμοποιούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως χειροπιαστό παράδειγμα ότι η μετάβαση είναι εφικτή.
Η Ευρωβουλή υποστηρίζει ότι μια ενιαία προσέγγιση θα ενισχύσει την προστασία των θυμάτων και θα διασφαλίσει ότι τα δικαιώματα των γυναικών δεν θα ποικίλλουν ανάλογα με τη χώρα στην οποία διαμένουν ή καταγγέλλουν.
Το επόμενο βήμα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή: πρέπει να μετατρέψει την πολιτική πίεση σε συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία. Το ζήτημα παραμένει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ισότητα, με τον δημόσιο διάλογο να συνεχίζεται σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων.

