Η πρόκληση της κληρονομιάς δεν περιορίζεται σε νομικά θέματα, καθώς σχετίζεται με τις οικογενειακές σχέσεις και τις πιθανές συγκρούσεις που μπορεί να προκύψουν. Πολλοί Έλληνες πιστεύουν ότι «κάπως θα ρυθμιστούν όλα» μετά το θάνατό τους, ωστόσο, οι οικογενειακές αντιπαραθέσεις και οι αποτυχημένες διαθήκες συχνά οδηγούν σε περιπλοκές και οικονομικά βάρη. Η δικηγόρος Ζαχαρούλα Δήμα μιλάει στο ΒΗΜΑ και την Λιλιάνα Αβρούσιν για τις επικείμενες αλλαγές στο κληρονομικό δίκαιο και αναλύει λάθη στη σύνταξη διαθήκης καθώς και τους νεκρούς που αφήνουν πίσω τους περιπλοκές.
«Συνήθως, η μεσαία τάξη δεν έχει έντονες διαφωνίες. Οι φθονεροί παράγοντες συνήθως προέρχονται από μεγάλα κέρδη των κληρονόμων. Σε περιπτώσεις δικαστικών διαφορών, οι μακρινές οικογενειακές σχέσεις μπορούν να επιφέρουν διαφωνίες, ενώ οι κοντινές σχέσεις οδηγούν σε αντιπαλότητες. Οι γονείς συχνά ευνοούν ένα παιδί σε βάρος ενός άλλου, προκαλώντας έτσι μεγάλες διαφορές στην κληρονομιά. Αυτές οι αρνητικές συνέπειες παραμένουν και μετά το θάνατο, επηρεάζοντας όλους τους συγγενείς».
«Στη Χαλκίδα, για παράδειγμα, υπήρξε περίπτωση με μια ξενοδοχειακή μονάδα που είχε επτά κληρονόμους. Οι μισοί δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σε διαδικασίες αποποίησης, ενώ ήθελαν εν τέλει το ακίνητο. Αυτό είχε ως συνέπεια την απώλεια σημαντικών επενδύσεων λόγω της κακής οικογενειακής σχέσης και των μακρών διαδικασιών επαναλαμβανόμενων διαπραγματεύσεων διάρκειας δύο ετών».
«Εξίσου προβληματική είναι και η περίπτωση ενός ατόμου που άφησε το 75% της περιουσίας του σε οίκο ευγηρίας. Η σύζυγος του, πικραμένη που ο σύζυγος της προτίμησε κάποιον άλλο, δεν δέχτηκε την πρόταση του οίκου ευγηρίας να εξαγοράσει το ποσοστό. Μετά τον θάνατό της, τα ανίψια κληρονόμησαν το υπόλοιπο 25%, και εν μέσω συγκρούσεων, οι διαδικασίες αγοραπωλησιών μπλοκαρίστηκαν».
«Η νέα ρύθμιση στο κληρονομικό δίκαιο ίσως να οδηγεί σε νέους θεσμούς που θα διευκολύνουν την πρόληψη παρόμοιων καταστάσεων, επιτρέποντας στους γονείς να ρυθμίσουν νωρίτερα την κληρονομιά τους. Αυτό θα μπορούσε να προλάβει διενέξεις και προβλήματα μετά το θανατό τους».
«Η καλύτερη στιγμή για σύνταξη διαθήκης είναι συνήθως μετά τα εξήντα, όταν οι περιουσίες σταθεροποιούνται. Είναι καλό να γίνεται προγραμματισμένα και με προσοχή, δεδομένου ότι οι αλλαγές περιουσιακών στοιχείων μπορεί να ακυρώσουν αυτή τη διαδικασία».
«Η χειρόγραφη διαθήκη πρέπει να πληροί συγκεκριμένα κριτήρια για να θεωρείται έγκυρη, όπως η πλήρης ημερομηνία και ο τόπος σύνταξής της. Ωστόσο, συχνά βλέπουμε επικίνδυνα λάθη, όπως συμβολαιογραφικές διαθήκες που είναι άκυρες».
«Πολλοί νέοι δεν νιώθουν επιτακτική ανάγκη να συντάξουν διαθήκη παρά μόνο σε περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας. Οι αιφνίδιοι θάνατοι συνήθως οδηγούν σε σύγχυση σχετικά με τη διαδικασία κληρονομιάς, και οι κληρονομικές περιουσίες συχνά παραμένουν μη ρυθμισμένες».
«Η αρμονία των οικογενειακών σχέσεων δεν πρέπει να εξαρτάται από τις ρυθμίσεις της περιουσίας, καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει ιδιοτέλεια. Είναι ωφέλιμο όμως οι γονείς να δείχνουν ή να ανακοινώνουν πριν φύγουν από τη ζωή τα περιουσιακά τους στοιχεία ώστε να αποφευχθούν παρεξηγήσεις».
«Στην επαρχία, οι δημόσιες διαθήκες είναι πιο συνηθισμένες, ενώ στην Αθήνα είναι συχνά δύσκολο να κλείσει κανείς ραντεβού με συμβολαιογράφο».
«Το κληρονομικό δίκαιο έχει να αλλάξει εδώ και ογδόντα χρόνια και αυτές οι αλλαγές θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τις σύγχρονες οικογενειακές δομές. Είναι σημαντικό να προσφέρει λύσεις σε προβλήματα που προκύπτουν από νέες σχέσεις και δομές».
«Σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει διαθήκη, υπάρχει κίνδυνος να προκύψουν δικαστικές συγκρούσεις για τις περιουσίες, εάν οι κληρονόμοι δεν μπορούν να συμφωνήσουν».
«Η πρόληψη είναι το κλειδί και η νομική συμβουλευτική μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή επιπλοκών και συγκρούσεων. Πρέπει πάντα να εξετάζονται οι οικογενειακές σχέσεις και να προωθείται η συνεργασία μεταξύ κληρονόμων».

