Η Σινδόνη του Τορίνο, το διασημότερο και αμφιλεγόμενο χριστιανικό κειμήλιο, βρίσκεται στο επίκεντρο νέων μελετών που αποκαλύπτουν την παρουσία DNA από φυτά, ζώα και ανθρώπους ινδικής καταγωγής. Αυτά τα ευρήματα προσθέτουν μια νέα διάσταση στο μυστήριο γύρω από το ύφασμα, το οποίο φημολογείται ότι τύλιξε το σώμα του Ιησού Χριστού μετά τη σταύρωση.
Η μελέτη αυτή, που δημοσιεύτηκε στο bioRxiv και δεν έχει ακόμα αξιολογηθεί από ομότιμους, εξετάζει τη σύνθεση του κειμηλίου. Στην ερευνητική ομάδα συμμετείχε ο Gianni Barcaccia από το Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, ο οποίος δήλωσε: «Τα ευρήματά μας αναδεικνύουν τις συνθήκες διατήρησης του υφάσματος και τις περιβαλλοντικές αλληλεπιδράσεις του, προσφέροντας σημαντικές πληροφορίες για τις γενετικές παραλλαγές που εντοπίστηκαν».
Η σινδόνη έχει διαστάσεις περίπου 4,4 επί 1,1 μέτρων και εντοπίστηκε για πρώτη φορά στη Γαλλία το 1354. Η ιστορία της είναι γεμάτη αμφισβητήσεις και παραμύθια, και εδώ και αιώνες φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στο Τορίνο.
Μια ανάλυση του 1988 προσδιόρισε ότι η σινδόνη κατασκευάστηκε μεταξύ 1260 και 1390, υποδεικνύοντας ότι δεν σχετίζεται με την εποχή του Χριστού. Αυτή η θέση, ωστόσο, παραμένει αμφισβητούμενη από κάποιους θρησκευτικούς μελετητές.
«Μωσαϊκό» DNA και ιχνύσεις από Ινδία
Η νέα μελέτη αναφέρει ότι επιστήμονες, επανεξετάζοντας δείγματα που είχαν συλλεχθεί το 1978, εντόπισαν ένα «μωσαϊκό» DNA από διαχρονικές πηγές, με περίπου 40% του ανθρώπινου DNA να συνδέεται με πληθυσμούς ινδικής καταγωγής. Αυτό το εύρημα ενδέχεται να υποδεικνύει είτε την κατασκευή του υφάσματος στην περιοχή της κοιλάδας του Ινδού είτε τη μεταφορά του μέσω εμπορικών οδών προς τη Μεσόγειο.
Η παρουσία διαφορετικών γενετικών ίχνων υποδεικνύει ότι η σινδόνη εκτέθηκε σε πολλές περιοχές και πληθυσμούς κατά τη διάρκεια της ιστορίας της.
Επιφυλάξεις και νέες αποδείξεις
Ο Anders Götherström από το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, που δεν συμμετείχε στη μελέτη, εξέφρασε επιφυλάξεις: «Δεν βλέπω λόγο να αμφισβητήσουμε ότι η σινδόνη είναι γαλλικής προέλευσης και χρονολογείται στον 13ο-14ο αιώνα», δήλωσε.
Εκτός από το ανθρώπινο DNA, ανακαλύφθηκαν επίσης ίχνη από ζώα όπως γάτες, σκύλοι, κοτόπουλα, βοοειδή, ελάφια, καθώς και από έντομα. Φυτικά υπολείμματα από καρότα, σιτάρι και πατάτες προστέθηκαν σε μεταγενέστερες περιόδους.
Η εκτεταμένη παρουσία ανθρώπινου DNA αναδεικνύει δυσκολίες στο να ταυτοποιηθεί το αρχικό γενετικό υλικό, και η ύπαρξη βακτηρίων του δέρματος υποδηλώνει έντονη ανθρώπινη επαφή με τη σινδόνη στο πέρασμα των αιώνων.
Αμφισβητήσεις στην αυθεντικότητα
Αναφορές πρόσφατων ερευνών εγείρουν επιπλέον αμφιβολίες για την αυθεντικότητα του κειμηλίου. Ο Βραζιλιάνος ειδικός ψηφιακής τρισδιάστατης απεικόνισης Cicero Moraes υποστήριξε ότι η απεικόνιση στη σινδόνη μπορεί να μην προέρχεται από πραγματικό σώμα, αλλά από ανάγλυφο που πιθανόν δημιουργήθηκε από καλλιτέχνες του Μεσαίωνα.

