Σημαντική αύξηση παρατηρήθηκε στις αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων την Πέμπτη και την Παρασκευή (26-27/3), με τα δεκαετή ομόλογα Γαλλίας και Γερμανίας να σημειώνουν ανέβασμα άνω των επιπέδων που είχαν καταγραφεί το 2011. Σε αυτό το πλαίσιο, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε το 4% για πρώτη φορά από τον Νοέμβριο του 2023, διαμορφούμενη στο 4,04%. Η Ιταλία δανείζεται με υψηλότερους όρους, καθώς η απόδοσή της φτάνει το 4,06%, ενώ το γερμανικό ομόλογο έχει απόδοση άνω του 3%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το αντίστοιχο επιτόκιο ανέρχεται στο 5%, ενώ το δεκαετές των ΗΠΑ κλείνει την εβδομάδα με απόδοση 4,44%.
Η γεωπολιτική αναστάτωση στη Μέση Ανατολή φαίνεται ότι ευθύνεται για αυτές τις αξιοσημείωτες αυξήσεις στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Σε σύγκριση με την ημέρα πριν από την εκκίνηση του πολέμου (27/2), η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς έχει σημειώσει άνοδο 734 μονάδων βάσης (μ.β.), με το spread (διαφορά από το γερμανικό δεκαετές) να έχει αυξηθεί κατά 288 μ.β., από 648 στις 936 μ.β. Η Ιταλία έχει καταγράψει μεγαλύτερη αύξηση, με την απόδοση να έχει αυξηθεί κατά 784 μ.β. και το spread στα 964 μ.β., αυξημένο κατά 338 μ.β. από τις 27 Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με τους «Financial Times», το δεκαετές ομόλογο της Ιταλίας έφτασε σε σημείο απόδοσης 4,14% ενδοσυνεδριακά την Παρασκευή, φτάνοντας τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο ετών. Από το πρωί της Πέμπτης μέχρι το απόγευμα της Παρασκευής, η απόδοση αυτού του ομολόγου αύξηθηκε κατά 230 μ.β. Αυτή η κατάσταση αποδίδεται στη μαζική πώληση ιταλικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, εν μέσω ανησυχιών για άνοδο του πληθωρισμού λόγω των αυξανόμενων τιμών ενέργειας. Το αργό πετρέλαιο Brent κατέγραψε αύξηση 4,5% την Παρασκευή, με την τιμή του να υπερβαίνει τα 412 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο εξακολουθεί να είναι πάνω από τα 54 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh) στην ευρωπαϊκή αγορά.
Ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, παραδέχθηκε ότι η διάρκεια της κρίσης φαίνεται μεγαλύτερη από την αρχική εκτίμηση. Μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup την Παρασκευή, ανέφερε ότι η αβεβαιότητα διακατέχει τις εξελίξεις και ζήτησε από τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης να λάβουν «στοχευμένα και προσωρινά» μέτρα, εστιάζοντας στην υποστήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να δείξουν υπευθυνότητα προκειμένου να αποφευχθεί μια δημοσιονομική κρίση κατά τη διάρκεια της προσπαθείας αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης.
Περιορισμοί και προσδοκίες
Παράλληλα, ο επίτροπος Οικονομικών της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόφσκις, τόνισε ότι «το περιθώριο ελιγμών είναι περιορισμένο σε σχέση με το παρελθόν, λόγω των προηγούμενων κρίσεων και της ανάγκης για πρόσθετες αμυντικές δαπάνες» και προειδοποίησε για τον αυξημένο κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού. Όσον αφορά τις εκτιμήσεις της Κομισιόν για τις επιπτώσεις της κρίσης στην ανάπτυξη της ΕΕ, αναμένεται ότι αυτή θα είναι κατά 0,4% χαμηλότερη για το 2026 αν επικρατήσει το βασικό σενάριο για γρήγορη εκτόνωση της κρίσης, ενώ εάν η κρίση διαρκέσει, η αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ θα υπολογιστεί χαμηλότερη κατά 0,6%. Εν τω μεταξύ, η ΕΕ αναμένει αύξηση του πληθωρισμού κατά 1%, φτάνοντας το 2,9% για το 2026, προτού μειωθεί ξανά κάτω από το 2% το 2027.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι αγορές προβλέπουν ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026, με το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων να ανεβαίνει συνολικά κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, από το 2% στο 2,5%. Η πρώτη αύξηση αναμένεται στην επόμενη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, στις 29 Απριλίου. Αυτή η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να επιφέρει μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης των κρατών – μελών της ευρωζώνης, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ιταλία και την Ελλάδα.
Σημαντική αύξηση παρατηρήθηκε στις αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων την Πέμπτη και την Παρασκευή (26-27/3), με τα δεκαετή ομόλογα Γαλλίας και Γερμανίας να σημειώνουν ανέβασμα άνω των επιπέδων που είχαν καταγραφεί το 2011. Σε αυτό το πλαίσιο, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε το 4% για πρώτη φορά από τον Νοέμβριο του 2023, διαμορφούμενη στο 4,04%. Η Ιταλία δανείζεται με υψηλότερους όρους, καθώς η απόδοσή της φτάνει το 4,06%, ενώ το γερμανικό ομόλογο έχει απόδοση άνω του 3%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το αντίστοιχο επιτόκιο ανέρχεται στο 5%, ενώ το δεκαετές των ΗΠΑ κλείνει την εβδομάδα με απόδοση 4,44%.
Η γεωπολιτική αναστάτωση στη Μέση Ανατολή φαίνεται ότι ευθύνεται για αυτές τις αξιοσημείωτες αυξήσεις στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Σε σύγκριση με την ημέρα πριν από την εκκίνηση του πολέμου (27/2), η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς έχει σημειώσει άνοδο 734 μονάδων βάσης (μ.β.), με το spread (διαφορά από το γερμανικό δεκαετές) να έχει αυξηθεί κατά 288 μ.β., από 648 στις 936 μ.β. Η Ιταλία έχει καταγράψει μεγαλύτερη αύξηση, με την απόδοση να έχει αυξηθεί κατά 784 μ.β. και το spread στα 964 μ.β., αυξημένο κατά 338 μ.β. από τις 27 Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με τους «Financial Times», το δεκαετές ομόλογο της Ιταλίας έφτασε σε σημείο απόδοσης 4,14% ενδοσυνεδριακά την Παρασκευή, φτάνοντας τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο ετών. Από το πρωί της Πέμπτης μέχρι το απόγευμα της Παρασκευής, η απόδοση αυτού του ομολόγου αύξηθηκε κατά 230 μ.β. Αυτή η κατάσταση αποδίδεται στη μαζική πώληση ιταλικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, εν μέσω ανησυχιών για άνοδο του πληθωρισμού λόγω των αυξανόμενων τιμών ενέργειας. Το αργό πετρέλαιο Brent κατέγραψε αύξηση 4,5% την Παρασκευή, με την τιμή του να υπερβαίνει τα 412 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο εξακολουθεί να είναι πάνω από τα 54 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh) στην ευρωπαϊκή αγορά.
Ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, παραδέχθηκε ότι η διάρκεια της κρίσης φαίνεται μεγαλύτερη από την αρχική εκτίμηση. Μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup την Παρασκευή, ανέφερε ότι η αβεβαιότητα διακατέχει τις εξελίξεις και ζήτησε από τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης να λάβουν «στοχευμένα και προσωρινά» μέτρα, εστιάζοντας στην υποστήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να δείξουν υπευθυνότητα προκειμένου να αποφευχθεί μια δημοσιονομική κρίση κατά τη διάρκεια της προσπαθείας αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης.
Περιορισμοί και προσδοκίες
Παράλληλα, ο επίτροπος Οικονομικών της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόφσκις, τόνισε ότι «το περιθώριο ελιγμών είναι περιορισμένο σε σχέση με το παρελθόν, λόγω των προηγούμενων κρίσεων και της ανάγκης για πρόσθετες αμυντικές δαπάνες» και προειδοποίησε για τον αυξημένο κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού. Όσον αφορά τις εκτιμήσεις της Κομισιόν για τις επιπτώσεις της κρίσης στην ανάπτυξη της ΕΕ, αναμένεται ότι αυτή θα είναι κατά 0,4% χαμηλότερη για το 2026 αν επικρατήσει το βασικό σενάριο για γρήγορη εκτόνωση της κρίσης, ενώ εάν η κρίση διαρκέσει, η αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ θα υπολογιστεί χαμηλότερη κατά 0,6%. Εν τω μεταξύ, η ΕΕ αναμένει αύξηση του πληθωρισμού κατά 1%, φτάνοντας το 2,9% για το 2026, προτού μειωθεί ξανά κάτω από το 2% το 2027.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι αγορές προβλέπουν ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026, με το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων να ανεβαίνει συνολικά κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, από το 2% στο 2,5%. Η πρώτη αύξηση αναμένεται στην επόμενη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, στις 29 Απριλίου. Αυτή η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να επιφέρει μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης των κρατών – μελών της ευρωζώνης, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ιταλία και την Ελλάδα.

