Ο Παναθηναϊκός έκανε το 1-0 στα ημιτελικά των πλέι οφ απέναντι στον Ολυμπιακό και θα πρέπει να περιμένουμε δύο εβδομάδες για να δούμε αν αυτή η σειρά θα τραβήξει αρκετά. Οι Πράσινοι με τη γνωστή, πια, συνταγή έκαναν το πρώτο βήμα για τους τελικούς προκειμένου να διεκδικήσουν τον τίτλο.
Στο πρώτο σετ φάνηκε γιατί ο Παναθηναϊκός φέτος έχει το απόλυτο στα ντέρμπι με τον Ολυμπιακό, αν εστιάσουμε αποκλειστικά στο πρωτάθλημα: στο σέρβις έπιασε απίστευτη απόδοση με 4 άσους και πήρε δώρο τα 11 λάθη των Ερυθρόλευκων για να κάνει πολύ εύκολα το 1-0, με το side out να έρχεται εύκολα αφού οι Πειραιώτες ήταν στο απόλυτο μηδέν από τα εννέα μέτρα.
Οι Ερυθρόλευκοι εμφάνισαν σχετική βελτίωση όταν μείωσαν τα λάθη, βελτίωσαν το μπλοκ (τομέα που ο Παναθηναϊκός δεν τα πήγε καλά) αλλά για να διεκδικούσαν κάτι παραπάνω, έπρεπε να κάνουν πολλά περισσότερα και πολλά πράγματα καλύτερα.
Η πρώτη παρέμβαση του Δημήτρη Ανδρεόπουλου στο τρίτο σετ με τον Χαράλαμπο Ανδρεόπουλο να περνά στη θέση του Γιάντσουκ και να αλλάζει αμέσως τη ροή του αγώνα (ο Έλληνας ακραίος έχτισε σερί με τα σέρβις του) έφερε τη διαφορά στο 9-4 και – εν αντιθέσει με το δεύτερο σετ όπου η ίδια διαφορά εξανεμίστηκε – διατηρήθηκε για το 2-1.
Για να γίνει το 3-1, όμως, χρειάστηκαν πολλά περισσότερα, όπως φάνηκε κι από τη γενικότερη στατιστική ισορροπία στο 4ο σετ. Μετά το 17-15, ο Ολυμπιακός βρήκε δύο μεγάλα μπλοκ και μια κρίσιμη επίθεση του Σέντλατσεκ και η αλλαγή του Χασμπάλα έφερε δύο άσους σε κρίσιμο σημείο. Το 19-23 όμως δεν κλείνει σετ και οι Πειραιώτες έζησαν τη γνωστή ιστορία που βίωσαν και πριν από μια εβδομάδα απέναντι στον ΠΑΟΚ, με τον Παναθηναϊκό να σβήνει δύο σετ μπολ και να αξιοποιεί το ματς μπολ που δημιούργησε ο δικός του δεύτερος πασαδόρος από τον πάγκο.
Αν πρέπει να σταθούμε σε συγκεκριμένα σημεία του αγώνα, αυτά είναι τα εξής:
1.Η διαφορά των δύο διαγώνιων: Ο Νίλσεν έκλεισε τον αγώνα με 23 πόντους (21/31 – 68% και 51% αποτελεσματικότητα, 1 άσο, 1 μπλοκ) και +14 σε κερδισμένους/χαμένους πόντους. Ο Ατανασίεβιτς είχε 13 πόντους (13/23 επ.) και 0 (!) σε κερδισμένους/χαμένους πόντους. Όσους κέρδισε, τόσους έδωσε, με 7 χαμένα σέρβις.
2.Η χαώδης διαφορά στο σέρβις. Ο Παναθηναϊκός βρήκε 12 άσους για 24 χαμένα, ο Ολυμπιακός 4 για 22 αντίστοιχα. Οι Πράσινοι είχαν τουλάχιστον 1 άσο από τους 4/6 βασικούς, οι Ερυθρόλευκοι μόλις 2 συνολικά (2/6 βασικούς). Κανέναν από ακραίο ή διαγώνιο, με τους δύο πασαδόρους να έχουν τους τρεις από τους τέσσερις! Κάτι λέει αυτό.
3.Η αλλαγή του Ανδρεόπουλου στο 3ο σετ. Πριν στραβώσει το πράγμα από τον επιρρεπή σε συνεχόμενα λάθη, Ντμίτρο Γιάντσουκ, ο Παναθηναϊκός βρήκε άλλη ενέργεια σε υποδοχή και επίθεση.
4.Τα σέρβις του Γκάσμαν στο 4ο σετ. Ο Αμερικανός κεντρικός κάνει εύκολα το λάθος όταν κερδίσει πρώτα άσο, όμως εδώ και κάποιες εβδομάδες είναι σε εκπληκτική φόρμα και ουσιαστικά ήταν εκείνος που καθάρισε το παιχνίδι. Κι αυτό γιατί αν γινόταν το 2-2 ίσως βλέπαμε κάτι διαφορετικό στο τάι μπρέικ.
5.Η κακή παρουσία του Σέντλατσεκ και η νωθρή εμφάνιση του Πέριν. Με εξαίρεση αυτό το ξέσπασμα στο 4ο σετ, ο Κροάτης ακραίος δεν μετέδιδε ηρεμία, πουλούσε εύκολα την μπάλα και έβγαζε τεράστιο εκνευρισμό, αφήνοντας και τρύπα στην υποδοχή. Από την άλλη, ο Καναδός έγινε στόχος, τελείωσε και αυτός στο «μηδέν» το παιχνίδι και είχε μόνο κάποια καλά σερί στο σέρβις του.
Ο Παναθηναϊκός εξακολουθεί να έχει πίστη στο συγκεκριμένο πλάνο του και με αυτό πρώτα θα κοιτάξει να πάρει το κύπελλο που δεν έχει σηκώσει από το 2010. Ο Ολυμπιακός, μάλλον, δεν θα πρέπει να δει ως ευκαιρία για ξεκούραση αυτές τις δύο εβδομάδες αλλά ως ευκαιρία για ακόμη περισσότερη δουλειά. Βέβαια, όσο έχει τόσο φρικτό έλλειμμα αυτοπεποίθησης και διαγώνιο σε φανερή πτώση (πέρα από το blooper στο 22-23 στο 4ο σετ, δύο ψηλές μπάλες τις πέρασε με δάχτυλα) τόσο προκαταβάλλει ο ίδιος ο Ολυμπιακός το αρνητικό αποτέλεσμα.
Η ιστορία φέτος έχει δείξει ότι ο Ολυμπιακός όποιο προβάδισμα κι αν βρει σε ντέρμπι, θα καταφέρει να το χάσει με διαφορετικό τρόπο, αφού περιμένει λάθη του αντιπάλου για να κλείσει τα σετ: Έλλειψη πίστης, διστακτικότητα και μηδενική αυτοπεποίθηση εξηγούν αυτό το 0/7 σε ντέρμπι πρωταθλήματος. Κι όσο κανείς από τους επιθετικούς δεν τελειώνει μπάλα, ο αντίπαλος βρίσκει την ευκαιρία να «σκοτώσει», ειδικά δε όταν διαθέτει σέρβις που μπορεί να ξεπεράσει τα 110 χιλιόμετρα.






