Η σύνταξη ανασφάλιστων υπερηλίκων και οι προϋποθέσεις της προσδιορίζονται από τη νομοθεσία που αφορά άτομα χωρίς ασφαλιστικό φορέα. Η παροχή αυτή, γνωστή ως σύνταξη ανασφάλιστων, απευθύνεται σε όσους έχουν φτάσει το 67ο έτος της ηλικίας τους, διαμένουν νόμιμα και μόνιμα στην Ελλάδα και δεν έχουν καμία άλλη σύνταξη από κανέναν φορέα, είτε ημεδαπό είτε αλλοδαπό. Οι δικαιούχοι οφείλουν να πληρούν τις προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 93 του νόμου 4387/2016.
Από την 1η Ιανουαρίου 2026, στο πλαίσιο της προγραμματισμένης αύξησης των κύριων συντάξεων, θα υπάρξει και νέα αύξηση στην κατώτατη σύνταξη των ανασφάλιστων υπερηλίκων που καταβάλλεται από τον ΟΠΕΚΑ. Το συγκεκριμένο επίδομα είναι διαθέσιμο για άτομα που έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος και δεν λαμβάνουν άλλη οικονομική βοήθεια από την Ελλάδα ή το εξωτερικό που να ξεπερνά τα 360 ευρώ.
Σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 4, του νόμου 4387/2016 – ο οποίος παραμένει σε ισχύ και μετά τον νόμο 4670/2020 – το πλήρες ποσό του μηνιαίου επιδόματος για τους ανασφάλιστους υπερήλικες ισοδυναμεί με τη «μικρή εθνική σύνταξη». Το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου.
Ως αποτέλεσμα, οι συντάξεις – επιδόματα που καταβάλλει ο ΟΠΕΚΑ στους ανασφάλιστους υπερήλικες έχουν ήδη αναπροσαρμοστεί ως εξής: από 1.1.2024 θα ανέρχονται σε 383,55 ευρώ, από 1.1.2025 σε 392,76 ευρώ και από 1.1.2026 σε 418,94 ευρώ (μεικτά).
Έτσι, από το 2026, η σύνταξη των ανασφάλιστων υπερηλίκων θα διαμορφωθεί στα 418,94 ευρώ μεικτά, ενώ θα συνεχίσει να αυξάνεται ανάλογα με τις μελλοντικές ανατιμήσεις των κύριων συντάξεων.

