Η οικονομική κατάσταση στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να επηρεάζει τις αγορές, με την κυβέρνηση να έχει ήδη εφαρμόσει δύο πακέτα έκτακτων μέτρων προκειμένου να περιορίσει φαινόμενα κερδοσκοπίας και να υποστηρίξει τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Οι καταναλωτές βιώνουν αυξανόμενη ανησυχία για πιθανές ανατιμήσεις, καθώς αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες οικονομικής αστάθειας που τους περιβάλλουν.
Παράλληλα, οι επιχειρήσεις προσπαθούν να κρατήσουν το αγοραστικό ενδιαφέρον των καταναλωτών, ενώ επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της διαταραχής στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις επιβαρύνσεις από την αύξηση των τιμών ενέργειας και μεταφορών.
Επιδείνωση του οικονομικού κλίματος
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του ΙΟΒΕ, ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε τον Μάρτιο στις 106,8 μονάδες, σε σύγκριση με 107,6 τον Φεβρουάριο, λόγω της πτώσης των προσδοκιών σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης και της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Σημαντική μείωση καταγράφηκε και στο λιανικό εμπόριο, κυρίως λόγω ακλόνητων εκτιμήσεων, που ενδεχομένως προέρχονται από τις συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Στη βιομηχανία, που επηρεάζει περισσότερο τη διαμόρφωση του οικονομικού κλίματος, οι προσδοκίες είναι επίσης αρνητικές.
Οι πρώτες επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή έχουν ήδη γίνει αισθητές στην αγορά και οι επόμενες εξελίξεις αναμένονται με αυξημένη αβεβαιότητα. Οι επιχειρήσεις βρίσκονται σε δυσμενή θέση, καθώς οι επισφάλειες στην εφοδιαστική αλυσίδα και οι αυξημένες τιμές ενέργειας επηρεάζουν την παραγωγή και τα αποθέματα.
Η διάρκεια αυτής της κρίσης είναι κρίσιμος παράγοντας, δεδομένου ότι μια οικονομία όπως η ελληνική είναι αρκετά ευάλωτη λόγω της εξάρτησής της από εισαγωγές, κάτι που αγγίζει και τους καταναλωτές.
Κατά τη διάρκεια του 16ου Food Retail Conference, οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας και του λιανεμπορίου τροφίμων αναδείχθηκαν οι προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν στο παρόν ρευστό περιβάλλον.
Ο Αριστοτέλης Παντελιάδης, πρόεδρος της Ενωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ), τόνισε την ανάγκη ενίσχυσης της εγχώριας αγροτικής παραγωγής, σημειώνοντας ότι η εξάρτηση από εισαγωγές οδηγεί σε αυξήσεις κόστους και επηρεάζει την ποιότητα των προϊόντων. Υπογράμμισε ότι η βελτίωση της εγχώριας παραγωγικής βάσης είναι απαραίτητη για τη σταθερότητα των τιμών.
Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ), Σπύρος Θεοδωρόπουλος, υπογράμμισε ότι τα περισσότερα βασικά αγαθά είναι εισαγόμενα και αυτό οδηγεί σε αύξηση του κόστους. Ανέφερε επίσης ότι ένα μεγάλο κομμάτι του γάλακτος που χρησιμοποιείται στην παραγωγή γιαουρτιού είναι εισαγόμενο.
«Oταν η παραγωγή αγροτικών προϊόντων είναι περιορισμένη, δεν μπορούμε να αναμένουμε αλλαγές στις τιμές», δήλωσε. Εκπρόσωποι της βιομηχανίας ανέφεραν ότι το κόστος μεταφοράς ενός φορτίου γάλακτος φτάνει τις 6.000 ευρώ, ενώ η αξία του φορτίου είναι στα 30.000 ευρώ.
Αναγκαία δομικά μέτρα
Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, επισήμανε τις πιέσεις που υφίστανται τα νοικοκυριά, δηλώνοντας ότι ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού αντιμετωπίζει δυσκολίες στην κάλυψη του αυξημένου κόστους ζωής. Χωρίς ουσιαστική ενίσχυση της οικονομίας, οι καταναλωτικές δυνατότητες θα παραμείνουν περιορισμένες.
Σύμφωνα με ανθρώπους της αγοράς, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις που αξιοποιούν «αστυνομικά μέτρα» δεν είναι αποτελεσματικές. Αντίθετα, επισημαίνουν ότι χρειάζονται δομικές παρεμβάσεις με στόχο την αύξηση της παραγωγής, τη μείωση της φορολογίας και την ενίσχυση του ανταγωνισμού.
Απαισιόδοξοι οι Έλληνες καταναλωτές
Οι Έλληνες καταναλωτές επιδεικνύουν υψηλή απαισιοδοξία. Ενδεικτικά, περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα (43%) αναφέρουν πως θα μειώσουν τις αγορές τους τους επόμενους δώδεκα μήνες, ενώ το 76% των νοικοκυριών αναμένει άνοδο των τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό τους επόμενους μήνες.
Από την εκδήλωση της κρίσης μέχρι σήμερα, οι καταναλωτές δεν έχουν προβεί σε αποθεματοποίηση προϊόντων, διότι η οικονομική πίεση δεν επιτρέπει πρόσθετες αγορές.
Επικρατούν επίσης σημάδια συγκρατημένης αισιοδοξίας σε έρευνα της NielsenIQ, όπου το 45% των Ελλήνων καταναλωτών δήλωσε ότι ανησυχεί για τις τιμές των τροφίμων και το 21% για τους λογαριασμούς ενέργειας.

