Υποβλήθηκαν οι ηλεκτρονικές αιτήσεις για την Προκήρυξη 4Κ/2026 του ΑΣΕΠ, που αφορά τη στελέχωση με σειρά προτεραιότητας 1.654 θέσεων μόνιμου προσωπικού σε φορείς του υπουργείου Υγείας, στις ειδικότητες της Πανεπιστημιακής, Τεχνολογικής και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Η προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων λήγει στις 9 Απριλίου 2026, ημέρα Μ. Πέμπτη και ώρα 14.00. Πρόκειται για την τρίτη προκήρυξη του έτους για το υπουργείο Υγείας, ακολουθώντας τις 1Κ/2026 και 2Κ/2026, με τον συνολικό αριθμό των θέσεων να ανέρχεται σε 3.860. Σε αυτό το σύνολο δεν περιλαμβάνονται θέσεις που καλύπτονται από επιλαχόντες προηγούμενων προκηρύξεων, όπως η 5Κ/2023.
Στην Προκήρυξη 2Κ/2026, για την πλήρωση 1.696 θέσεων μόνιμου προσωπικού από τις κατηγορίες ΤΕ και ΔΕ παραϊατρικών ειδικοτήτων, καταγράφηκαν συνολικά 24.408 αιτήσεις.
Σύμφωνα με το συνημμένο αρχείο στατιστικών, υποβλήθηκαν 8.490 αιτήσεις για 839 θέσεις της κατηγορίας ΤΕ, πράγμα που σημαίνει ότι 1 στους 10 υποψηφίους θα διοριστεί, ενώ 15.918 αιτήσεις για 857 θέσεις ΔΕ οδηγούν στο διορισμό 1 στους 19 υποψηφίους. Στην 1Κ/2026 προκήρυξη, για 510 θέσεις σε διάφορες ειδικότητες Πανεπιστημιακής και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, υποβλήθηκαν 6.785 αιτήσεις για 186 θέσεις ΠΕ, γεγονός που δείχνει ότι θα διοριστεί 1 στους 36 υποψηφίους, ενώ 10.888 αιτήσεις υποβλήθηκαν για 323 θέσεις ΥΕ, με αναλογία 1 στους 34 υποψηφίους.
Η ήδη υψηλή συμμετοχή στις διαδικασίες του υπουργείου Υγείας, οι οποίες έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενισχύθηκε από την υψηλή μοριοδότηση της «ειδικής εμπειρίας», που αποκτήθηκε κατά την διάρκεια της πανδημίας.
Ωστόσο, παρατηρείται ότι αρκετοί υποψήφιοι ΠΕ δεν αποδέχονται τελικά τους διορισμούς τους, με αποτέλεσμα να παραμένουν κενές πολλές θέσεις, γεγονός που επισημαίνεται και από τον πρόεδρο του ΑΣΕΠ. Αυτό το κενό συχνά δεν μπορεί να καλυφθεί ούτε μέσω αναπληρώσεων, γεγονός που οδηγεί στην επαναπροκήρυξη θέσεων για την κάλυψη των αναγκών των νοσοκομείων.
Η μη αποδοχή των θέσεων έχει κυρίως δύο αιτίες: α) τις χαμηλές αποδοχές στο Δημόσιο (πρώτος μισθός 820 ευρώ καθαρά) και β) τη δυνατότητα υποβολής πολλαπλών αιτήσεων, που επιτρέπει στους υποψηφίους να επιλέγουν την πιο συμφέρουσα θέση. Αν και οι χαμηλές αποδοχές επηρεάζουν κυρίως τις ειδικότητες της Πληροφορικής ή των Μηχανικών, στον τομέα του Υγειονομικού το δεύτερο κριτήριο κυριαρχεί στις επιλογές. Το ΑΣΕΠ θεωρεί ότι η μείωση του χρόνου έκδοσης των αποτελεσμάτων και η ποινή αποκλεισμού για τους υποψηφίους που δεν αποδέχονται τον διορισμό θα συμβάλλουν στην οριστική επίλυση του προβλήματος.
Η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων στην προκήρυξη 1ΓΒ/2026 του ΑΣΕΠ, που αφορά 2.628 θέσεις κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης σε φορείς του Δημοσίου (Β΄ Στάδιο), έχει επίσης εκπνεύσει. Μέχρι στιγμής έχουν υποβληθεί περίπου 5.000 αιτήσεις, κάτι που υποδεικνύει ότι 1 στους 2 υποψηφίους διεκδικεί διορισμό. Για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την αναλογία υποψηφίων και διοριστέων, θα πρέπει να γίνουν διαθέσιμα τα στατιστικά στοιχεία επί ειδικοτήτων.
Ενώ οι αιτήσεις υποβάλλονται για το Β’ στάδιο του τελευταίου γραπτού διαγωνισμού, συνεχίζεται ο εμπλουτισμός της Τράπεζας Θεμάτων για τη δοκιμασία γνώσεων του επόμενου γραπτού διαγωνισμού, η οποία θα συμπεριλαμβάνει:
α. Δημιουργία νέων ερωτήσεων ανά γνωστικό αντικείμενο, που θα αξιοποιηθούν σε μελλοντικές διαγωνιστικές διαδικασίες του ΑΣΕΠ, ενισχύοντας τα παλαιότερα γνωστικά αντικείμενα (Συνταγματικό, Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο, Οικονομικές Επιστήμες, Πληροφορική και Ψηφιακή Διακυβέρνηση, Σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας) και προσθέτοντας νέα αντικείμενα (Κώδικας Κατάστασης Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ, Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων-GDPR).
β. Αναδιάρθρωση του γνωστικού αντικειμένου «Δημόσια Διοίκηση και Διαχείριση Ανθρώπινου Δυναμικού», με εξειδίκευση σε επιμέρους πεδία:
- Διοίκηση Επιχειρήσεων και Οργανισμών
- Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού
- Κώδικα Συμπεριφοράς Δημοσίων Υπαλλήλων, περιλαμβάνοντας:
- Κώδικα Ηθικής και Επαγγελματικής Συμπεριφοράς Υπαλλήλων
- Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς
- Κώδικα Επικοινωνίας Δημοσίων Υπηρεσιών
- Οδηγό για την εξυπηρέτηση ευάλωτων ομάδων πληθυσμού από δημοσίους υπαλλήλους.
Μια νεότερη εξέλιξη προέρχεται από τον Σύλλογο Επιτυχόντων του πρώτου πανελλήνιου γραπτού διαγωνισμού, ο οποίος πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας και συναντήθηκε με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΣ. Σύμφωνα με δηλώσεις του Συλλόγου, η υφυπουργός εξέφρασε τη μη διαφωνία της για την προώθηση νομοθετικής ρύθμισης που θα καλύπτει κενές θέσεις με αδιάθετους επιτυχόντες του διαγωνισμού, συνδέοντας την με τις προκηρύξεις Β’ σταδίου του διαγωνισμού και τις προκηρύξεις με σειρά προτεραιότητας, με πρόταση νομοθετικής ενέργειας αμέσως μετά το Πάσχα.
Η μεταβολή αυτή από το υπουργείο είναι αξιοσημείωτη, καθώς μέχρι τώρα η θέση της πολιτικής ηγεσίας ήταν ότι «επιτυχών στον διαγωνισμό δεν σημαίνει απαραίτητα διοριστέος». Δεν είναι γνωστό εάν αυτή η αλλαγή έχει ενημερωθεί στον ΑΣΕΠ, ο οποίος κρατά σταθερή τη θέση του.
Εν τω μεταξύ, ενώ το ΑΣΕΠ προβάλλει τη διενέργεια αξιόπιστων διαγωνισμών και το ΥΠΕΣ αναδεικνύει το «νέο Δημόσιο» με υψηλές προδιαγραφές, κατατίθεται σχέδιο νόμου στη Βουλή για τη «δραστική μείωση των διοικητικών βαρών», που αντιφάσκει με τις παραπάνω κίνησης.
Αυτό περιλαμβάνει την ανάθεση διοικητικών αρμοδιοτήτων σε «ιδιώτες επαγγελματίες» και τις δυνατότητες για τα υπουργεία και τα ΝΠΔΔ να διαπιστώνουν τη συνδρομή των νομικών προϋποθέσεων για τη έκδοση διοικητικών πράξεων μέσω βεβαιώσεων και άλλων εγγράφων που θα εκδίδονται από αυτούς τους επαγγελματίες.
Οι εν λόγω επαγγελματίες θα πιστοποιούνται και θα εγγράφονται σε ειδικό μητρώο, προκειμένου να αποκτούν πρόσβαση σε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για το έργο τους και να εκδίδουν «βεβαιώσεις και σχέδια αποφάσεων» που θα αναγνωρίζονται από τη διοίκηση.
Επιπλέον, οι υπάλληλοι που εισάγουν διοικητικές πράξεις με βάση τις βεβαιώσεις ή τα σχέδια αυτών δεν θα φέρουν καμία ευθύνη για λάθη στις βεβαιώσεις. Η κατάσταση αυτή προκαλεί προβληματισμό, καθώς φαίνεται αντιφατική οι προοδευμένοι υπάλληλοι του νέου Δημοσίου να περιορίζονται σε ρόλους καθαρού διεκπεραιωτή χωρίς ουσιαστική ευθύνη, κάτι που ενδέχεται να θέσει ζητήματα συνταγματικής νομιμότητας.

